C
Σέρρες
Πέμπτη 30 Απριλίου, 2026 30.04.2026
ΕΣΠΑ

Διακαινίσιμος η Εβδομάδα ! Του παπά Στάθη ασόν Κάρς … Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης

Μακαρία η οδός , το ψάλλαμε και το βιώναμε χαροποιώς- Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης
Μάρκος Μπόλαρης
Διακαινίσιμος η Εβδομάδα ! Του παπά Στάθη ασόν Κάρς … Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης

Διακαινίσιμος η Εβδομάδα !

Του παπά Στάθη ασόν Κάρς …

Μια κληματαριά στην αυλή

σκίαζε το τραπέζι της αυλής και τες καρέκλες

ένα γύρω , η θέα ήταν όλο το χωριό,

προσφυγικό χωριό στα πόδια του Παγγαίου,

στην πλάτη του χωριού το όρος,

βαθυπράσινο , στιβαρό

τον πατέρα της Ιστορία Ηρόδοτο ανακαλούσε

στη μνήμη, την διάβαση του Μεγάλου Βασιλιά

από την γέφυρα στον θεϊκό Στρυμόνα,

τον Θουκυδίδη μετά και τες μάχες

στην Αμφίπολη, την Σκαπτή Ύλη και

τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου,

τον Αρριανό ανακαλούσε που αφηγείται

το ξεκίνημα του μεγάλου στρατηλάτη

του Μεγαλέξανδρου για την Ανατολή,

την μάχη των Φιλίππων , ιδού το πεδίον

ομπρός μας, που έκρινε την εξουσία

στη Ρώμη μετά την δολοφονία του Καίσαρα,

ο Οκταβιανός κι ο Μάρκος Αντώνιος

από την μιά παράταξη, ο Κάσσιος και ο Βρούτος

από την απέναντι, τη θέα και τούτη

η ταπεινή αυλίτσα του προσφυγικού σπιτιού,

κι η Εγνατία νάτη, κι οι Φίλιπποι

κι ο Παύλος από την Τρωάδα προερχόμενος,

στην Νεάπολη προσωρμίστηκε, ιδού ,

ες Φιλίππους οδεύει , την πρώτη στην Ευρώπη

χριστιανική εκκλησία για να δομήσει ,

εκείνον τον Απόστολο των Εθνών τον ανέμενε

Λυδία η Φιλιππησία , εμάς,

καρσί από τους Φιλιππους μας κέρασε καφέ

η κυρά Σεμέλα , στα Αμισιανά έξω από την Καβάλα,

η προφορά της, προφορά των Ρωμιών

της Τραπεζούντας ήταν ,

θα έρθει ο παππούς, μας διαβεβαίωσε ,

το καφεδάκι μέχρι να πιείτε , θα ‘ρθεί,

ένας γλυκός Σεπτεμβριάτικος ήλιος μας χάιδευε,

μελωμένα ήταν στην απλωταριά τα σταφύλια,

φάνηκε στην πόρτα ένα γεροντάκι ,

τότες ήταν στα εκατόν δύο του χρόνια,

απέναντί του ο ήλιος που ζυγιαζόταν πάνω

από το Πάγγαιον όρος , τον έλουζε φώς,

φωτεινός ένας παππούς,

ενα μαντήλι κρατούσε στο χέρι του τσαλακωμένο,

έβηχε , σκουπιζόταν με το ασπρομάντηλο,

με μικρά βήματα ζύγωσε στο τραπέζι ,

την ευχή αναζητήσαμε, το χέρι να ασπαστούμε,

από το Κάρς ήταν ο υπερεκατοντούτης τούτος

παπάς και δάσκαλος, πολύγλωσσος αφού

ρωμέικα και τούρκικα, γεωργιανά και ρωσικά, γαλλικά κι εγγλέζικα μιλούσε , καθίστε ,

καλώς ορίσατε , μας κοίταξε έναν - έναν,

το Ευαγγέλιο το διάβασες , με ρώτησε ,

να φύγεις,

όταν το διαβάσεις όλο , απ’ την αρχή ως το τέλος

να ξανάρθεις ,

δεν χρειαζόταν σε τούτο τον παππού να ειπείς

γιατί ήρθες , γιά ποιό λόγο, τι τάχα ζητάς ,

ποιό πρόβλημα σε βασανίζει,

ένα φωτεινό πρόσωπο , δυό μάτια ειρηνικά ,

έβλεπες και γαλήνευες,

λεπτομέρειες κρύφιες της ζωής , ανείπωτα περιστατικά , ωσάν χειρουργός με νυστέρι

τα καρκινώματα της ψυχής να κόψει,

τις καρδιές ν’ αλαφρώσει , τις ψυχές,

«την γαρήν καισαρίαν κι θα αφήνς να φτάνε,

νούνισες, εσένα λέγω, κι θα αφήνς»,

τι έβλεπε , όλα τα έβλεπε , Πνεύματι τω Αγίω,

σταύρωνε το κεφάλι όταν φεύγαμε ,

χωρίς ηθικολογίες, ο παππούς δεν ήταν

της γενικής ιατρικής , χειρουργός ήταν,

στα δύσκολα περιστατικά , λόγια πολλά

δεν ήξερε, λακωνικός, ακριβολόγος ,

τον μυξιάρη παρίστανε , να τον σιχαθείς,

μ’ ένα τσαλακωμένο ασπρομάντηλο στο χέρι,

να τον βλέπει ο ανίδεος και να αναρωτιέται,

τούτο το γερόντιο τί , τί άραγες τούτο το χούφταλο,

τι να ξέρει και τι τάχα να μπορεί ,

η δύναμις που εν αδυναμία τελειούται,

όλους τους προσιόντας εν πίστει νάματα ζωής

τους μοίραζε, μάζεψα κάποια ψίχουλα

από όσα έπεφταν από το τραπέζι του ,

μάζευα άναυδος , κάθε ψίχουλο διαμαντάκι,

ένα νεανικό πνεύμα , ένα μυαλό καθαρό ,

ένα φωτεινό πρόσωπο σ’ ένα γηρασμένο σκαρί,

ο παπά Στάθης ,

χαιρόταν όταν μνημόνευε τον συμπατριώτη του

τον Άγιο Γεώργιο τον Καρσλίδη, του είχε ως έπαινο

που οικογενειακώς συνταξίδεψαν μαζί του

από την Πατρίδα ίσαμε την Δράμα , καθώς

ο Άγιος από τα βασανιστήρια στις φυλακές

των Σοβιετικών δεν μπορούσε να περπατήσει,

ο παπά Στάθης ,

προφήτης και υποφήτης σε τούτες τις μέρες,

ωσάν μπροστά του να ‘ταν όλα , και τα παλιά

και τα τωρινά τα τρεχούμενα και τα μελλούμενα,

πνευματοκίνητος αυτός ο ταλαιπωρημένος

γέρο πρόσφυγας ο πολιός παπά δάσκαλος

με τις εννέα θυγατέρες !

Στην βουλευτίνα που δεν του συστήθηκε μιλούσε για τον ευσχήμονα βουλευτή ,

στον Μαοϊκό που πρώτοσυναντούσε του έφερε παραδρίγματα από την Κίνα,

στους δασκάλους που δεν γνώριζε υπαγόρευε μαθήματα,

στην ηθικολόγο πολύτεκνη υπενθύμισε πόσα παιδιά απέφυγε ,

στον δικηγόρο δικαιοσύνης υπομνήματα δώριζε υπέρ των αδικουμένων παιδιών του Θεού παρεμβαίνοντας ,

την κυρία που σε μάγους και σε εξορκισμούς προσέφυγε διδακτικώς αποκάλυψε οδόν σωτηρίας δείχνοντας,

τον ναρκομανή από το χέρι έπιασε στην ζωή επαναφέροντας, αυτό το γεροντάκι από το Κάρς ,

Ανατολή Ανατολών

ημίν τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις !

Στες δεκαπέντε ημέρες πρίν την αναχώρησή του,

ο παππούς απευθυνόμενος στον Αλέκο ,

τον πολιτικό μηχανικό από τας Σέρρας,

του είπε : εσύ θα ‘ρθείς

την Τρίτην , ώρα τρείς !

Πράγματι , δεκαπέντε ημέρες μετά ,

την Τρίτην , ώρα τρείς

συγκεντρωθήκαμε στην εκκλησιά του χωριού του

την εξόδιο ακολουθία να ψάλλουμε ,

κι ήταν πράγματι

Μακαρία η οδός ,

το ψάλλαμε και το βιώναμε χαροποιώς ,

κι ήταν ο αθλητής παππούς μας ,

στο φτηνό φέρετρό του,

ως στρουθίον γελαζούμενο ,

δεν του είχαν μείνει σάρκες ,

στα εκατόν πέντε του χρόνια της επιγείου ζωής,

φωτεινό ένα πρόσωπο,

αναστάσιμη μιά μορφή,

της Κοινής Αναστάσεως προτύπωσις !

Κι είναι χρέος προσωπικό , αυτήν

την Διακαινήσιμο Εβδομάδα

που ζήσαμε κοντά του,

με τα ρήματα και τα βιώματα της Αναστάσεως

χρέος μου είναι να την γράψω,

είναι υποχρέωσή μου της Αληθείας υπέρ

να μαρτυρήσω,

τα ψίχουλα τα πεπτωκότα της τραπέζης του

ν’ αντιδωρίσω !

Παπά Στάθη, Χριστός Ανέστη !

Loader