Φώτα στα χιόνια !Ολόφωτα ! Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης
Μας πρωτοβγήκε το χιόνι στον Χολομώντα !
Ψιλό στην αρχή ,
διστακτικό !
Κι όσο ανεβαίναμε τις στροφές
στο δάσος της ελάτης, της οξιάς, της καστανιάς
τόσον πύκνωνε ,
τόσον επαχύνοντο οι χιονονιφάδες,
τι ονειρικός ο στολισμός του δάσους
από τις νιφάδες του χιονιού ,
κι όσον ανηφορίζαμε τόσον αποκτούσε
ο δρόμος άσπρη , κατάσπρη επιφάνεια,
τόσον σε κόσμο παραμυθένιο
εισερχόμασταν !
Ευτυχώς βατή η οδός !
Ήταν φρέσκο το χιόνι !
Κατήλθαμε !
Κι όσον κατερχόμαστε Αρναία, Παλαιοχώρι,
αραίωνε , Νεοχώρι, αδυνάτιζε
ώσπου, μετά τα Στάγειρα
τράπηκε σε χιονόνερο
κι όταν γιαλώσαμε ,
ψιλόβροχο, στης Ιερισσός τον κόλπο
Νέα Ρόδα, να, η διώρυγα που ο Μέγας Βασιλεύς των Περσών ο Ξέρξης μια φορά παρήγγειλε ,
βροχή στην Τρυπητή, και να που
φτάσαμε ,
Ουρανούπολη !
Ένα ερώτημα μας βασάνιζε !
Άραγες, θα γίνει σήμερα η συγκοινωνία ;
Θα γίνει άραγες το δρομολόγιο από
την Ουρανούπολη για την Δάφνη ;
Η έγνοια μας ήταν να προλάβουμε την των Θεοφανείων πανήγυρι εν Αγίω Όρει.
Παραγγείλαμε καφέ στον γωνιακό
καφενέ, η ξυλόσομπα έτριζε κι ευώδιαζε,
αναμένοντες, ου πολύ, αφού
σε λίγο ο λιμενικός κινήθηκε προς την προκυμαία,
όπου το μικρό καίκι με τον καπετάνιο
από την Αμμουλιανή μας περίμενε .
Ο καιρός κρατούσε βορειοανατολικός , χιονιάς,
από τα όρη της Θράκης, λευχειμωνών,
δεν επηρέαζε καθοριστικά την προς Δάφνη.
πλεύσιν του πλοιαρίου, το οποίο έπλεε σε μικρή απόσταση από την μεσημβρινή ακτή
της Αθωνικής χερσονήσου , ώστε να του χρησιμεύει ωσάν ισχυρή ασπίδα,
να το προστατεύει από τις παγωμένες πνοές
του Καικία,
έβαλε πλώρη για το λιμάνι του Αγίου Όρους,
μόνον, κατά καιρούς ,
όταν έπλεε μπροστά από χαράδρες και
φαράγγια μεγάλα ,
μόνον τότε, μαινόμενες ριπές ανέμου,
κατέβαιναν έφιππες,
ριπές λυσσώδεις που είχαν καβαλήσει με γιουρούσι την κορφή της λοφοσειράς
κι επέπιπταν ισχυρώς και θορυβωδώς επί του μικρού σκάφους, εις το βυθίσαι επειγόμενες,
το συντάραζαν, ταράσσοντας εν ταυτώ και
το πέλαγος ,
σκύλιαζαν αφρίζοντας την θάλασσα,
και από εκεί με βιά ξανοιγόταν στον Σιγγιτικό,
στο Αιγαίο, στις Σποράδες ,
ανεβοκατέβαινε ξαφνιασμένο το φτωχό πλοιάριο πάνω σε θυμωμένα κύματα,
κύματα ωσάν λόφοι , κύματα ως βουνοί αφρίζοντα
στο μέγεθος νησίδας,
το καημένο , την μιά με την πλώρη του ανωφερή
να στρέφεται ικετευτικά
προς τον ουρανό, και την άλλη αμέσως στιγμή ,
αφού είχε καβαλήσει το κύμα ,
να το, που , ωσάν ακυβέρνητο, ωσάν μεθυσμένο
ορμά προς τα βάθη της θάλασσας,
κι οι θάλασσες αφρισμένες το υπερκαλύπτουν,
κι η αλισάχνη ραντίζει θεαματικά,
τα κύματα σαρώνουν ό,τι βρούν στο μικρό κατάστρωμα,
το καίκι, αφροστεφανωμένο, μπαίγνιο στ’ αλήθεια των κυμάτων υπομονετικά
κερδίζει απόσταση,
οι αμαθείς των επιβατών είχαν στομαχικά,
ολοφάνερα , ανακατεύτηκαν ,
κι όλον τούτο, ίσαμε να πλεύσει μπροστά από το μέτωπο μιάς μεγάλης ρεματιάς,
ύστερον μιάς άλλης μεγαλύτερης,
ώσπου να καλυφθεί πάλιν πίσω από την ισχύ
των κορυφών
της ανθισταμένης, σθεναρώς, στα γιουρούσια
του ανέμου Αθωνικής χερσονήσου,
της αειθαλούς, της ευειδούς, της παραδεισίας,
της καλυμμένης από δάσος υψηλόκορμης πεύκης, από αρχαίους ελαιώνες και αμπελώνες
ευχύμου σταφυλής, οιπνος δε αίμα σταφυλής,
από καταπράσινους πρίνους και σοβαρές δάφνες,
από στολισμένες κουμαριές και υψηλόκορμες δρύες, από αιωνόβιους φυλλοβόλους πλατάνους και ροδοδάφνες, ακακίες κι αρκουδόβατους,
από μυρωμένα δεντρολίβανα και φασκόμηλα,
ευωδιασμένες ρίγανες και τσάγια βουνίσια,
ευγενείς νεραντζιές και ευαίσθητες λεμονιές,
έπλεε , συνεχίζων την ιστορία αιώνων,
το μικρό πλοιάριο της αθωνικής συγκοινωνίας,
άλλοτε υπό κυμάτων βασανιζόμενο,
ταλαιπωρουπμενο όπως κι οι επιβάτες του,
τι το θέλαμε χειμωνιάτικα ,
μουρμούριζε πεντηκοντούτης τις,
τι το θέλαμε , στην ευχή,
χάθηκε τάχα ο καλός καιρός,
να ρθούμε, άμυαλοι ,
να, τώρα θαλασσοπνιγόμαστε,
κι άλλοτε, ως υπό της λοφοσειράς προστατευόμενο,
έπλεε, ντούκου - ντούκου, ευσταθέστερο,
ανάσες χαρίζοντας στους ναυτιλομένους,
που ενδομύχως σκεφτόντουσαν πως
δεν είχαν ακόμη αγιαστεί τα ύδατα
και πως το κράτος των ξωθιών,
κατά πως οι αγαθοί νησιώτες
τους καλικαντζαραίους νοματίζουν,
είχαν κράτος και ισχύ,
επί των υδάτων ,
δεν είχε ακόμη εξέλθει ο ιερεύς του Υψίστου
με την αγιαστούρα του, κι εγώ,
μ’ ένα μάλλινο σκουφί στο κεφάλι,
ο μικρός, πρωτοετής φοιτητής,
πλεγμένο, μάλλινο όμοιον και το περιλαίμιο,
αψηφώντας το ψύχος ,
στην αριστερή κουπαστή,
την θέα τούτης της ευλογημένης χερσονήσου
θαυμάζοντας ,
δυό ώρες, κόντευε τρείς, αργούμε ,
η χειμέρια καταιγίδα
πολλαπλασίαζε τον χρόνο της ναυσιπλοίας,
ιδού , ο αρσανάς Χελανδαρινός, άλλως Γιοβάντσα,
μοναδικός πίνακας ζωγραφικός, στην συνέχεια,
ο αρσανάς του Άη Γιώργη του Ζωγράφου
κι ο πύργος δίπλα του, αρχαίο δυναμάρι,
ο αρσανάς , να, του Κωνσταμονίτου κι ανάβασις,
των Αρχαγγέλων το μοναστήρι η Δοχειαρίου,
το του Ξενοφώντος, πάνω στο γιαλό το αγίασμα,
κι η του Αγίου Παντελεήμονος μονή ,
εμφανές το τσαρικό μεγαλείο ,
πριν να καταφέρει να δέσει , έδεσε ,
το καίκι μας στη Δάφνη,
με χιονόνερο !
Στον καφενέ πρώτα , ένα τσάι , τα χέρια
στην ξυλόσομπα,
όχι, δεν έχει λεωφορείο για Καρυές ,
οι βουλόμενοι ανελθείν οδοιπορώντας θα κινήσουμε, κινήσαμε ήδη,
πριν να νυχτώσει σκοπεύουμε να καβαλήσουμε
την κορφή, η μέρα μικρή , Γενάρης καιρός,
να κατηφορήσουμε για την πρωτεύουσα,
και για το πλησιέστερο μοναστήρι
το ταπεινό Κουτλουμούσι !
Από το αρχαίο μονοπάτι, καλντερίμι, χρόνους χίλιους, από τότες που ο κλεινός Αθανάσιος καθ ίδρυσε την Λαύρα στον Ακράθω , επί Νικηφόρου Φωκά
αυτοκράτορος,
αρχίσαμε αναβαίνοντες, ωσάν τις αίγες,
χθαμαλή η βλάστηση στα χαμηλά,
στριφογυρίζει το μονοπάτι ανηφορίζοντας
προς την Μονή Ξηροποτάμου, κοτσύφια
στην ρεματιά,
δαφνόμηλα γυρεύοντας και κούμαρα,
τιτιβίζουν και μας συνοδεύουν, το δάσος ζωντανεύουν,
όρη τα υψηλά τοις ελάφοις, πέτρα καταφυγή τοις λαγωοίς , ο προοιμιακός ψαλμός,
σταυροκοπηθήκαμε διαβαίνοντας το Μοναστήρι
των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων,
των παλικαριών που ομολόγησαν και μαρτύρησαν
στην λίμνη της Σεβαστείας,
λίγο πιό ψηλά, μας ξαναβρήκε το χιόνι,
έγνοια μας τώρα,
το μονοπάτι μην χάσουμε, το χιόνι ωραίζει
μα κι αλλάζει την εικόνα ,
στο χιονισμένο δάσος μην πλανηθούμε,
είχαμε εξέλθει της τραχείας ρεματιάς,
ιδρωμένοι από την ανηφόρα, παγωμένοι
από το ψύχος ,
πορευόμασταν μέσα σε αραιό δάσος καστανιάς,
ανήφορος μεν αλλ’ εύβατος,
στην άκρη μιά μεγαλόσωμη μάννα , ισχυρή κι εύσωμη, θηρίο που εμποιεί φόβον,
έγνοια έχει να απομακρύνει από τον κίνδυνο
τα αγριογουρουνάκια της,
κι έγνοια δική μας, χωρίς να προκαλέσουμε
να απομακρυνθούμε
από την επικίνδυνη γειτνίασή της,
έγνοια μας, κι ο φόβος γιά του λύκου τυχόν
το επικίνδυνο συναπάντημα
μην τύχουμε , οι λύκοι εάν στενευτούν έξω
μπαίνουν στο Όρος το χειμώνα,
όχι, δεν είχαμε συναπάντημα,
όμως, να , έλατα μπροστά μας, ανεβήκαμε ,
το έλατο θέλει υψόμετρο , της ωραιότητος,
βαθυπράσινα μέσα στις φυλλοβόλες καστανιές, ωραίζουν το δάσος,
μα, τι ονειρικό τοπίο το δάσος χιονισμένο ,
τη Ωραιότητί Σου και τω Κάλλει Σου ,
πάσα η γή,
κοντεύουμε, σε λίγο θα καβαλήσουμε την ράχη,
στην πλάτη μας ο Σιγγιτικός κόλπος
αφρίζει, συνάγων ωσεί ασκόν ύδατα θαλάσσης,
μαβίζει η Σιθωνία,
μόλις και μετά βίας ξεχωρίζει, μπλαβίσαμε κι εμείς από το κρύο,
μελανιάσαν μύτες κι αυτιά, ευτυχώς,
στην τσέπη σταφίδες μεγαλόρογες λημνιές,
μας θερμαίνουν,
ιδού, κι εμείς, ως οι Μύριοι, θάλαττα,
θάλαττα , ίδαμε και μολογούμε,
θάλασσα , φωνάζουμε, η βόρεια πλευρά
της του Άθωνος χερσονήσου,
το Βόρειο Αιγαίο , ανεμοδαρμένο, αφρισμένο,
λυσσομανά ο αγέρας,
κι η Θάσος αντικρύς ως καράβι που δέρνεται ξυλάρμενο μεσοπέλαγα,
στη μανία των κυμάτων της ντραμουντάνας,
το χιόνι πύκνωνε,
οι νιφάδες μας χτυπούν στο πρόσωπο ,
ο αγέρας με μανία σφυρίζοντας
διαβαίνει το δάσος , τα δέντρα,
ήρα τους οφθαλμούς μου εις τα όρη
όθεν ήξει η βοήθειά μου ,
θέλαμε, μα δεν μπορούσαμε να βαδίσουμε
ταχύτερα , είχε φτάσει τους είκοσι πόντους
το χιόνι που κάλυπτε την επιφάνεια
του παγωμένου εδάφους,
μιά στιγμή , στην κορυφή , στραφήκαμε δυτικά , ιδού, ως εις αποχαιρετισμό,
στερνές οι ακτίνες του ηλίου που έγερνε, αχνοφαινόταν το διάγραμμα του γέρο Έλυμπου,
κι αμέσως, πήραμε τον κατήφορο, τώρα πιότερη προσοχή χρειάζεται, γλιστρά ,
το μονοπάτι μόλις που το εικάζαμε ,
ευτυχώς, τα μπαστούνια των προσκόπων ανά χείρας,
από κρανιάς το ξύλο του Μενοικίου,
μιά διαδρομή που θα ήταν φυσιολογικά είκοσι λεπτά, μισή ώρα το πολύ , μας πήρε μιά μισή ώρα, νυχτωθήκαμε, ξεπαγιάσαμε,
είχαν κλείσει οι πύλες οι Κουτλουμουσιανές,
όντες φτάσαμε , μα μας απάντεχαν, μας ταχτοποίησαν σε φιλοξενίας κελλία,
στην τράπεζα νηστίσιμα μας φίλεψαν,
για να συνέλθουμε από τον κόπο της χιονοδρόμου
τετράωρης και πλέον πορείας μας !
Θαλπωρή και ολιγοστή ανάπαυση.
Στες τέσσερες τη νύχτα, ασέληνος ο ουρανός, διαβήκαμε το παραπόρτι της Μονής,
η χιονόπτωση συνεχιζόταν, σιγαλιά,
ασπρίσαμε καθ’ οδόν προς τις Καρυές
με τον διάκο Αναστάση !
Στο Πρωτάτον, πληςίον, πορευτήκαμε !
Οι Μεγάλες Ώρες της των Θεοφανείων εορτής
θα εψάλλοντο κι ήταν ωσάν δώρον θείον
η μετοχή σ’ αυτές ,
άδοντος και ψάλλοντος,
στον περικαλλή αυτόν ναόν της Κυρίας Θεοτόκου
ήν Άξιον Εστίν μακαρίζειν,
του Διάκο Διονύση του Φιρφιρή , πρωτοψάλτου,
ο οποίος με την αυτοκρατορικώς πλουσία
μα κατανυκτική φωνή του ,
στον κατάγραφο από τον ανεπανάληπτο χρωστήρα
του κυρ Μανουήλ του Πανσέληνου των Αστραπάδων
Ναό του Πρωτάτου των Καρεών, η ακολουθία,
Καθεδρικό της Καθέδρας των Γερόντων
της υπερχιλιόχρονης μοναδικής αυτής
μοναστικής Πολιτείας,
θεσμού ζώντος της Αυτοκρατορίας
της Ρωμιοσύνης,
εκήρυξε την έναρξη της των Φώτων εορτής,
απευθυνόμενος δοξαστικώς
προς τον Τίμιον Ιωάννη τον Πρόδρομον,
απάντων των αγιογραφημένων μορφών
συνευδοκούντων,
«Την χείραν Σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου …»
καλώντας τον να προεξάρχει
της Πανηγύρεως !
Και συν αυτώ , κι ο έτερος των καλλιφώνων
μουσικολογιωτάτων παπά Γαβριήλ,
και των Καρεώτικων Κελλίων οι λοιποί,
χορόν εόρτιον συγκροτούντες,
οι μυστικώς εικονίζοντες,
τα Χερουβείμ εν τω ποταμώ Ιορδάνη
στης Βαπτίσεως τον καιρό,
που πάλιν και πάλιν, νύν και αεί,
συνεχίζεται !
Ημείς δε ενεοί κι άφωνοι, μετάρσιοι γενόμενοι,
ποιήσεως και μουσικής και άσματος καλλικελάδου
επόμενοι,
από την ένταση της προς τον Πρόδρομον
μετ’ επιτάσεως προσκλήσεως,
ως παρ’ όχθην Ιορδάνου
γυμνόποδες ιστάμεθα !
Είχε παύσει η πυκνή χιονόπτωση ,
είχε φέξει , το χιόνι ,
σε μπάντες είχε φτάσει το μισό μέτρο,
είχε σαβανώσει με ολόλευκη σινδόνα
τον τόπο , τον κόσμο, αμή και τα ημέτερα πλημμελήματα,
των ανθρώπων τα πάθη κι ανομήματά,
όταν διαβήκαμε το κατώφλι της εκκλησιάς
εξερχόμενοι !
Ένα ήλιος προσπαθούσε να μας πεί
καλημέρα !
Το ασθενικό του φώς κυλούσε πάνω
στις επιφάνεια του χιονιού , στους μπρούντζινους σταυρούς, τους μολυβδοσκέπαστους τρούλους,
τις σκεπές από σχιστόλιθο, τις κεραμοσκεπές,
τις καμέλιες τις ανθισμένες με ολοπόρφυρα άνθη,
τα καλντερίμια, τους κήπους και τα περβόλια,
τα παρεκκλήσια και τα ταπεινότερα ξωκλήσια,
τους πέτρινους αυλόγυρους και τα κοιμητήρια,
τα κυπαρίσσια και τις κληματαριές,
το δάσος από τις καστανιές, τους πύργους
και τους προμαχώνες, τις στέρνες και τις βρύσες,
τις βαθυίσκιωτες ρεματιές, τα ποτάμια,
«ποταμοὶ κροτήσουσιν χειρὶ ἐπὶ τὸ αὐτό,
τὰ ὄρη ἀγαλλιάσονται"
και το πέλαγος που απλώνεται μπροστά μας,
μέγα και αφρογάλαζο,
Φωνή Κυρίου επί των υδάτων,
Κύριος επί υδάτων πολλών,
άλλο ένα Φώς , των Θεοφάνειων Φώς υπάρχει,
άλλο Φώς θωρούμε,
Θεός γαρ επέφανεν,
και φώτιζε την πλάση !
Φωτεινή μιά ημέρα !
Του Προδρόμου προεξάρχοντος της πανηγύρεως !
Διάκο Διονύση μετ’ Αγγέλων
συγχόρευε !
Φώτα και γαρ Ολόφωτα !
Εις πολλά έτη , αδέλφια !