Η ιστορική ευθύνη διατήρησης των τοπόσημων της πόλης μας: Το Κολυμβητήριο των Σερρών ως μνημείο μεταπολεμικού μοντερνισμού.
Άρθρο του Κουφοτόλη Α. Νικόλαου*
Τα τοπόσημα ως τη ταυτότητα της πόλης
Ελάχιστα είναι τα κτίρια που καταφέρνουν να υπερβούν την χρηστική τους αξία, να αποκτήσουν βαθύ αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον και να καθιερωθούν στη συνείδηση των πολιτών ως αυθεντικά τοπόσημα. Για την πόλη των Σερρών, ένα τέτοιο κτίριο είναι αδιαμφισβήτητα το Κολυμβητήριο της οδού Εξοχών (σημερινή οδός Ανδρέα Ανδρέου).
Το εμβληματικό αυτό έργο φέρει την υπογραφή του Κωνσταντίνου Οικονομίδη-Δούμπα (1930-2014) και της συζύγου του, Ελένης Κρητικά-Οικονομίδου.
Απόφοιτοι και οι δύο του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, μέλη μιας αστικής σερραϊκής οικογένειας, ίδρυσαν ένα από τα πιο επιδραστικά αρχιτεκτονικά γραφεία της περιοχής, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης φυσιογνωμίας των μεταπολεμικών Σερρών.
Μια αρχιτεκτονική επανάσταση στην καρδιά της Μακεδονίας
Η επιλογή της τοποθεσίας δεν ήταν διόλου τυχαία. Ως βέρος Σερραίος, ο Οικονομίδης γνώριζε καλά ότι η Κοιλάδα αποτελούσε τον «πνεύμονα» της πόλης.
Ήθελε το κτίριο να λειτουργεί ως η μνημειακή πύλη εισόδου σε αυτόν τον φυσικό χώρο.
Για τον λόγο αυτό, το σχεδίασε με τέτοιο τρόπο ώστε να «αγκαλιάζει» οργανικά το τοπίο. Ο ίδιος επέβλεπε την κατασκευή του με παθολογική φροντίδα και σχολαστικότητα, ακολουθώντας την βαθιά του πεποίθηση ότι η δημιουργία ενός δημόσιου αθλητικού κτιρίου αποτελεί την ύψιστη προσφορά ενός αρχιτέκτονα στη γενέτειρά του.
Με το έργο αυτό, το ζεύγος Οικονομίδη έφερε τον ευρωπαϊκό αέρα του μοντερνισμού στην καρδιά της Μακεδονίας, επιλύοντας με απόλυτη επιτυχία την πιο δύσκολη κατασκευαστική άσκηση της εποχής: τη δημιουργία ενός τεράστιου εσωτερικού χώρου χωρίς ενδιάμεσα υποστυλώματα (κολώνες).
Η χρήση των προεντεταμένων δοκών και του εμφανούς σκυροδέματος (béton brut) αποτέλεσε μια πραγματική τεχνολογική επανάσταση για την ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’60.
Ο αρχιτέκτονας επέλεξε συνειδητά να μην «ντύσει» το κτίριο με σοβάδες ή περιττά διακοσμητικά στοιχεία.
Ο ίδιος ο σκελετός που κρατά το κτίριο όρθιο είναι και αυτό που αντικρίζει ο θεατής. Αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια των υλικών, η αυστηρότητα και η πρωτόγονη δύναμη του μπετόν είναι που καθιστούν το κτίριο μνημειώδες.
Η εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης ξεκίνησε το 1966, η κατασκευή ολοκληρώθηκε μέσα στη δεκαετία του ’70, και το 1977 πραγματοποιήθηκαν τα επίσημα εγκαίνια.
Το κολυμβητήριο αυτό δεν είναι απλώς μια αθλητική υποδομή· είναι το magnum opus του δημιουργού του και ένα κορυφαίο δείγμα του ελληνικού μεταπολεμικού μοντερνισμού.
Η σκληρή πραγματικότητα: Η φθορά του χρόνου και των υλικών
Τα τελευταία χρόνια, το κτίριο βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας για λόγους που προκαλούν θλίψη. Η πτώση τμημάτων σκυροδέματος από την οροφή κατά τη διάρκεια προπόνησης το 2024 οδήγησε στην άμεση διακοπή της λειτουργίας του για λόγους ασφαλείας.
Η πολυετής έκθεση των υλικών σε ακραίες συνθήκες —υγρασία και ατμοί χλωρίου— επέφερε το φαινόμενο της ενανθράκωσης του σκυροδέματος.
Το διοξείδιο του άνθρακα εισχώρησε στο μπετόν, μειώνοντας το αλκαλικό του περιβάλλον και αφήνοντας τον σιδηροπλισμό απροστάτευτο.
Ο σίδηρος στο εσωτερικό των δοκών οξειδώθηκε και «φούσκωσε», προκαλώντας τις αποκολλήσεις. Η κατάσταση αυτή δεν ήταν απλώς ζήτημα οικονομικών πόρων, αλλά και έλλειψης της εξειδικευμένης, υψηλού επιπέδου συντήρησης που απαιτεί ένα κτίριο το οποίο «αναπνέει» χλώριο επί μισό αιώνα.
Η εξειδικευμένη μελέτη έδειξε ότι, ενώ ο κύριος φέρων οργανισμός παραμένει ισχυρός, οι δευτερεύουσες δοκοί της οροφής παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο κατάρρευσης. Παράλληλα, αποκαλύφθηκε μια χρόνια, «σιωπηλή» πληγή: η απώλεια άνω των 80 κυβικών μέτρων νερού ημερησίως προς το υπέδαφος. Το ενεργειακό και οικονομικό κόστος για τη συνεχή αναπλήρωση και θέρμανση αυτού του νερού (από τους 12-15°C στους 26-27°C), σε συνδυασμό με την ασταμάτητη προσθήκη χημικών, συνιστούσε μια ατέρμονη οικονομική και οικολογική ζημία.
Η επόμενη μέρα: Μια πρόταση πολιτικής ευθύνης
Η πλήρης στατική και ενεργειακή αναβάθμιση του κτιρίου, ώστε να λειτουργήσει ξανά ως παραδοσιακό κολυμβητήριο, αποτελεί ένα εξαιρετικά δύσκολο τεχνικό εγχείρημα που απαιτεί εκατομμύρια ευρώ, καθιστώντας τη χρήση αυτή οικονομικά ασύμφορη και ξεπερασμένη από τις νέες τεχνολογίες.
Ως Δημοτική Αρχή, ενεργήσαμε άμεσα και με υπευθυνότητα:
- Βραχυπρόθεσμα: Δρομολογήσαμε ήδη τις διαδικασίες για την κατασκευή ενός νέου, σύγχρονου, ανοιχτού «βιομηχανοποιημένου» (προκάτ) κολυμβητηρίου, με αυστηρά χρονοδιαγράμματα υλοποίησης, ώστε να καλυφθούν άμεσα οι πιεστικές ανάγκες των αθλητικών συλλόγων της πόλης μας, του ΤΕΦΑΑ Σερρών
- Μακροπρόθεσμα: Με δεδομένο ότι οι ανάγκες του υγρού στίβου θα καλυφθούν πλήρως από τις νέες κολυμβητικές εγκαταστάσεις στο Αθλητικό Πάρκο της Ομόνοιας, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ιστορικό καθήκον.
Η πρότασή μας για τη μετεξέλιξη του παλαιού Κολυμβητήριου σε έναν σύγχρονο Πολυχώρο Αθλητισμού και Πολιτισμού αποτελεί τη μοναδική βιώσιμη λύση.
Δεν πρόκειται για μια λύση ανάγκης, αλλά για μια πράξη βαθιάς πολιτικής και πολιτιστικής ευθύνης. Με τον τρόπο αυτό, γεφυρώνουμε την αρχιτεκτονική κληρονομιά με τη σημερινή οικονομοτεχνική πραγματικότητα. Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Σερρών έχει ήδη εκφραστεί θετικά σε ανύποπτο χρόνο επιστημονικά: η σωτηρία του κτιρίου, ακόμη και με αλλαγή χρήσης, είναι επιβεβλημένη. Η ύπαρξη και ενός χώρου πολιτισμού στην Κοιλάδα είναι επιβεβλημένη.
Το χρέος μας απέναντι στην ιστορική μνήμη
Το παλιό Κολυμβητήριο είναι ένα «έργο τέχνης από μπετόν».
Η σύνδεση των Σερραίων μαζί του δεν είναι μόνο συναισθηματική· είναι πνευματική και ιστορική.
Ο σχεδιασμός μας οφείλουμε να κινείται σε έναν ξεκάθαρο άξονα: τη σωτηρία ενός εμβληματικού κτιρίου που δημιουργήθηκε από Σερραίους για τις Σερραίους. Τιμούμε έτσι στην πράξη την οικογένεια Οικονομίδη-Δούμπα, που αφιέρωσε τη ζωή της στην αισθητική αναβάθμιση του τόπου μας.
Καθήκον μας δεν είναι απλώς η διάσωση ενός παλιού κτιρίου.
Καθήκον μας είναι η διατήρηση της ιστορικής μνήμης και της πνευματικής κληρονομιάς της πόλης μας. Οφείλουμε να κρατήσουμε όρθιο αυτό το αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα, παραδίδοντάς το αναγεννημένο στις επόμενες γενιές.
* Ο Νικόλαος Κουφοτόλης είναι Αντιδήμαρχος Διοικητικών Υπηρεσιών, ΚΕΠ, Εντεταλμένος Σύμβουλος Συνεργασίας και Διασύνδεσης με την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση