ΚΙΟΥΠΚΙΟΥΛΙΘΚΑ - Η βερικοκιά της Βασιλικής -Γράφει ο Παναγιώτης Δασκαλούδης
Την εποχή της Άνοιξης που ωρίμαζαν τα κεράσια και τα βερίκοκα, δεν υπήρχε περίπτωση τα βράδια να μη γίνουν επιδρομές από τους μικρούς, στα σπίτια όπου είχαν τα παραπάνω δένδρα. Πολλές φορές οι ιδιοκτήτες δεν προλάβαιναν ούτε να δοκιμάσουν κάποιο φρούτο από τα δένδρα τους, αφού σε μια επιδρομή που γινόταν δεν έμενε φρούτο γινωμένο. Σε ένα μαχαλά υπήρχε και ένα σπίτι όπου είχαν μια βερικοκιά που έφτιαχνε ωραία, μεγάλα και λαχταριστά βερίκοκα. Ήταν, όμως, πολύ δύσκολο να πάει κάποιος κρυφά να κατεβάσει από το υπόψη δένδρο βερίκοκα, γιατί κατά τη διάρκεια της ημέρας γίνονταν αμέσως αντιληπτός από τους ιδιοκτήτες, επειδή καθόντουσαν συνέχεια σε παράθυρο που είχε άμεση ορατότητα με το δένδρο και το βράδυ κλειδώνοντας την εξώπορτα δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση. Το βασικότερο βέβαια από όλα ήταν, πως οι νοικοκύρηδες δεν ήταν απλόχεροι και δεν έδιναν κανένα, μα ούτε ένα βερίκοκο, σε περίπτωση που κάποιο παιδί το λαχταρούσε και τους το ζητούσε.
Μία ημέρα καθώς τα παιδιά παίζανε λίγο πιο κάτω από το παραπάνω σπίτι στην αλάνα του μαχαλά, αντιληφθήκανε πως ο νοικοκύρης ήταν στο χωράφι και η νοικοκυρά κατέβαινε στην αγορά. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν τα παιδιά κατάλαβαν πως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία, μιας και απουσίαζαν αυτοί από το σπίτι, να κάνουν μια καλή επιδρομή και να πάρουν όσα βερίκοκα θα ήθελαν ανενόχλητοι.
Δεν πέρασε και πολύς χρόνος και κάποιος από τα παιδιά έριξε την ιδέα:
- Αρέ σεις, σ’ του σπίτ’ δεν είνει κανένας. Θείους είνει στου χουράφι κι η θεία κατέφκει ζναγουρά. Είστει να πάμει για τζέρτζιλα; (Ρε σεις, στο σπίτι δεν είναι κανείς. Ο κύριος είναι στο χωράφι και η κυρία κατέβηκε στην αγορά. Είστε να πάμε για βερίκοκα);
H συγκατάβαση, βέβαια, από όλους υπήρξε αμοιβαία και άμεση, με αποτέλεσμα σε δευτερόλεπτα όλη η παρέα των παιδιών να τρέξουν γρήγορα προς το σπίτι που ήταν η βερικοκιά και να αρχίσει το μάζεμα. Μάζεψαν τόσα πολλά που γέμισαν τις … νταλάκες (κόρφους) τους και μετά, αφού κούνησαν τα κλαδιά του δένδρου, για να πέσουν καταγής όσο πιο πολλά γινόταν, στη συνέχεια τα πάτησαν, προκειμένου κατά τη γνώμη τους, να εκδικηθούν τη τσιγκουνιά των υπόψη νοικοκυραίων.
Στη συνέχεια, βέβαια, τα παιδιά εξαφανίστηκαν από την αλάνα του μαχαλά και όταν επέστρεψε η κυρία από την αγορά και αντίκρισε το θέαμα, που δεν ήταν άλλο από μια αυλή με πατημένα αμέτρητα βερίκοκα, πήγε να σκάσει από το κακό της. Αντίθετα, σε κάποια άλλη αλάνα η παρέα των παιδιών, απολάμβανε τα ωραία μεγάλα και λαχταριστά βερίκοκα καθώς και το …κατόρθωμά τους.