C
Σέρρες
Τετάρτη 22 Ιουλίου, 2026 22.07.2026
ΕΣΠΑ

Ο Μάκης Δελαπόρτας για την Αλίκη Βουγιουκλάκη: Η δική μου Aλίκη

Αφιέρωμα στο περιοδικό SocialProfile από τον μοναδικό Μάκη Δελαπόρτα για την Αλίκη Βουγιουκλάκη
Ο Μάκης Δελαπόρτας για την Αλίκη Βουγιουκλάκη: Η δική μου Aλίκη

ΜΑΚΗΣ ΔΕΛΑΠΟΡΤΑΣ: Η δική μου Aλίκη

ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

Εκείνη η Κυριακή που αποφάσισε η μαμά να με πάει σινεμά με την αδελφή μου, για πρώτη φορά στη ζωή μου ήταν μια ευλογημένη μέρα. Μια μέρα που σίγουρα χαράχτηκε βαθιά, όχι απλά στη ψυχή μου και στη μνήμη μου, αλλά έμελε να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο για τη ζωή μου.

Δεν ξέρω να δίνω μεταφυσικές εξηγήσεις!

Πώς μεταφράζονται δηλαδή κάποια τυχαία γεγονότα, που τελικά η ζωή σου αποδεικνύει πως δεν ήταν και τόσο τυχαία.

Αυτό πιστεύω εγώ τουλάχιστον! Προσωπικά αυτό το ένοιωσα πολλές φορές να μου συμβαίνει.

Αισθανόμουνα δηλαδή πως εκείνο που ζούσα κάποια συγκεκριμένη στιγμή, έπρεπε να το ζήσω για να με προχωρήσει στο επόμενο βήμα. Το ίδιο και σε ανθρώπους που συνάντησα και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, πιστεύω πως ήταν από τη μοίρα προεπιλεγμένοι.

Κάπως έτσι ένοιωσα στη πρώτη μου επαφή με το σινεμά.

Όταν ξεκινήσαμε από το σπίτι μας για να κατηφορίσουμε με τα πόδια σ’ εκείνο το θερινό κινηματογράφο – «Καλιφόρνια» το έλεγαν - κοντά στην Αγιασοφιά στον Πειραιά, δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο διαφορετική θα γινόταν η ζωή μου μετά από αυτό και με τι συναισθήματα θα γέμιζε η παιδική μου ψυχή αντικρίζοντας για πρώτη φορά το «μαγικό» κατάλευκο πανί.

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-1.jpg

Εκείνο το αξέχαστο βράδυ ανακάλυπτα ουσιαστικά τη δική μου χώρα των θαυμάτων, αντικρίζοντας για πρώτη φορά την «δική μου» Αλίκη, που με πήρε από το χέρι και με περπάτησε στη «δική» της μαγική χώρα. Το μόνο που η δική μου Αλίκη δεν ήταν η Αλίκη του παραμυθιού, αλλά η Αλίκη που ζωντάνευε το δικό της παραμύθι μέσα από το πανί της μεγάλης οθόνης, σε μια εποχή που τα παραμύθια φαίνεται πως άγγιζαν όχι μόνο τις παιδικές αθώες ψυχές, αλλά και τις ταλαιπωρημένες ψυχές των μεγάλων. Ένα χαμόγελο άστραψε μπρος μου και με κέρδισε για πάντα. Από το πρώτο πλάνο αυτό το παιδικό μουτράκι με το αστραφτερό βλέμμα και τη ναζιάρικη φωνή, άσκησε πάνω μου μια μαγική επιρροή που ήταν καταλυτική.

Όπως φυσικά σε μια πολύ μεγάλη μερίδα κόσμου σ εκείνα τα χρόνια του ’60, που η Ελλάδα έβγαινε από εμφυλίους, κατοχές και μεγάλες ταλαιπωρίες, ψάχνοντας το δρόμο προς το φως, θέλοντας και πάλι να χαμογελάσει. Και το χαμόγελο το προσέφερε αυθόρμητα ένα κορίτσι που άκουγε στο όνομα Αλίκη Βουγιουκλάκη, μέσα από τις ταινίες της, χαρίζοντας χαρά και αισιοδοξία σε όσους την είχαν ανάγκη. Γι’ αυτό και μόνο πιστεύω πως η Ελλάδα εκείνης της περιόδου χρωστάει πολλά σε αυτό το κορίτσι, που έζησε και έφυγε σαν κορίτσι κι έγινε το ίνδαλμα μιας ολόκληρης εποχής.

Γιατί η Αλίκη τελικά υπήρξε ιστορικό πρόσωπο, όσο και να διαφωνούν κάποιοι. Και νομίζω πως αυτό το συνειδητοποιούμε ακόμη και σήμερα που ασκεί την ίδια μαγική επιρροή και στα μικρά παιδιά που τη γνωρίζουν πλέον μέσα τις ταινίες της που προβάλλει και ξαναπροβάλλει η μικρή οθόνη.

Η πρώτη λοιπόν ταινία που είδα με την Αλίκη σ εκείνο το συνοικιακό θερινό σινεμά ήταν το «Χτυποκάρδια στο θρανίο» του Αλέκου Σακελλάριου, πλημμυρισμένο με την πιο δροσερή μουσική και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι ερμηνευμένα από την ίδια μοναδικά. Δεν ξέρω τι ένοιωσα μόλις τέλειωσε η ταινία, πάντως εκείνο που αναμφίβολα διαισθάνθηκα έντονα καθώς ανηφορίζαμε για το σπίτι μας, ήταν πως αυτό το κορίτσι με το φεγγοβόλο βλέμμα και το αστραφτερό παιδικό χαμόγελο, θα έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, αλλά ακόμη δεν ήξερα τι ακριβώς!

Εκείνο που ήξερα με σιγουριά ήταν ότι είχα ανακαλύψει σε πολύ μικρή ηλικία με το τι θα ήθελα να ασχοληθώ.

Από την άλλη μέρα άρχισα να λέω σε όλους πως όταν θα μεγαλώσω θα γίνω ηθοποιός. Και τι δεν θα έδινα να παίξω το ρόλο του γιατρού στην ταινία που έπαιζε ο Παπαμιχαήλ και να βάζω το κεφάλι μου στο στήθος της, για να ακούω την καρδιά της! Τι αισθανόμουνα για κείνη δεν μπορούσα να καταλάβω. Έρωτα; Θαυμασμό; Ήμουνα πολύ μικρός για να ξέρω, ήταν κάτι μπερδεμένο που δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Εκείνο όμως που ένοιωθα έντονα, ήταν πως μου είχε κουρδίσει ήδη το νου και μου είχε χαϊδέψει τρυφερά την καρδιά μου.

Ήθελα λοιπόν να μάθω περισσότερα πράγματα για κείνη. Ποια ήταν αυτή η Αλίκη Βουγιουκλάκη; Ούτε το όνομά της δεν μπορούσα καλά - καλά να προφέρω, τη έλεγα Μπουγιουκάκη. Έτσι μου έλεγαν αργότερα. Σε τι άλλες ταινίες είχε παίξει; Πού θα μπορούσε να με πάει η μαμά μου να τις δω; Ήταν παντρεμένη; Είχε παιδιά; Γιατί βαθιά μέσα μου δεν ήθελα, ούτε άντρα να έχει, ούτε παιδιά! Ήθελα να είχα την αποκλειστικότητα, όπως ένα παιδί που θέλει να έχει έτσι τη μαμά του, τον μπαμπά του, τα παιχνίδια του. Ευτυχώς όταν έμαθα πως ούτε παντρεμένη ήταν, ούτε παιδιά είχε, ηρέμησα.

Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-socialprofile.jpg?v=0

Τα χρόνια πέρασαν κι εκείνο το μικρό παιδί από τον Πειραιά που είχε πρωτοδεί την Αλίκη στα Χτυποκάρδια στο θρανίο, είχε μεγαλώσει κι είχε φτάσει πλεόν στην εφηβεία. Πάντως πρέπει να ομολογήσω πως εκείνο το χιλιοειπωμένο του Κοέλιο, πως αν θέλεις κάτι πάρα πολύ όλα συνωμοτούν υπέρ του να γίνει, σε μένα - όσο πεζό και αν ακούγεται - έγινε νόμος στη ζωή μου.

Έχω τελειώσει το Λύκειο, έχω αποφασίσει ν ασχοληθώ με το θέατρο, (όσο κι αν ο μπαμπάς διαφωνούσε) κι έχει φτάσει η στιγμή επιτέλους να πάω να δω για πρώτη φορά στο θέατρο το παιδικό μου ίνδαλμα, την Αλίκη. Είναι καλοκαίρι και κείνη τότε έπαιζε το μιούζικαλ Καμπαρέ στο θερινό της Κηποθέατρο.

Ένα υπέροχο καλοκαιρινό θέατρο στο πεδίο του Άρεως, ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα, μια πραγματική όαση για την ψυχαγωγία της Αθήνας (κρίμα που δεν υπάρχει πλέον). Στη μαρκίζα χιλιάδες κόκκινα λαμπιόνια σχημάτιζαν το όνομα της Αλίκης και από κάτω μια τεράστια φωτογραφία της με μαγιό και καπελάκι μαύρο. Δεν ήταν η Αλίκη των ταινιών, αλλά εδώ έπαιζε έναν διαφορετικό ρόλο και είχα μεγάλη περιέργεια να τη δω επί σκηνής.

Ευτυχώς εξασφαλίσαμε δεύτερη σειρά και είμαστε πολύ κοντά στη σκηνή. Τα φώτα χαμήλωσαν και ο χτύπος της καρδιάς μου συγχρονίστηκε με το ρούλο των ντραμς της έναρξης. ξεκίνησε η μουσική της παράστασης, ένας κρύος ιδρώτας με έλουσε αφού σκέφτηκα αστραπιαία πως το όνειρό μου επιτέλους γίνεται πραγματικότητα.

Θα αντικρύσω επιτέλους από κοντά το ίνδαλμά μου, ολοζώντανο στη σκηνή. Δεν μπορούσα καν να φανταστώ την εξέλιξη της βραδιάς.

Φυσικά δεν χρειάζεται να περιγράψω τι έγινε μόλις άνοιξε μια βελούδινη μπορντό κουρτίνα και ξεπρόβαλε η Αλίκη μέσα από εκεί. Σείστηκε το θέατρο από το χειροκρότημα. Χαμογελαστή, λαμπερή, πανέμορφη. Λες και δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα από τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο». Η Αλίκη είχε αυτό το θείο χάρισμα να κερδίζει το κοινό της άμα τη εμφανίσει της.

Δεν τους ένοιαζε τι θα παίξει; Πως θα το παίξει; Αν θα τραγουδήσει σωστά ή αν θα χορέψει άψογα. Τους αρκούσε απλά να την κοιτούν, να την παρατηρούν και να τη θαυμάζουν. Βέβαια όλα αυτά για τους φανατικούς αλικόβιους.

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-socialprofile3.jpg?v=0

Για το πιο απαιτητικό κοινό οι γνώμες ήταν διχασμένες. Τύχαινε αρκετές φορές σκληρότατης κριτικής, αν και από κάποιους ήταν και άδικη. Το χειροκρότημα λοιπόν δεν έλεγε να σταματήσει κι εκείνη δεν μπορούσε να ξεκινήσει το τραγούδι της. Απλά χαμογελούσε σαν να έλεγε: σας ευχαριστώ αλλά κάποια στιγμή πρέπει να με αφήσετε να ξεκινήσω. Τι λατρεία της είχαν! σκέφτηκα. Δεν ήμουνα μόνο εγώ! Γύρισα πίσω μου και είδα παιδιά, μαμάδες, μπαμπάδες να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά της… Αλίκη! Αλίκη! Κάπως έτσι συνεχίστηκε όλη η παράσταση. Σε κάθε διαφορετική της εμφάνιση, σε κάθε τραγούδι της και σε κάθε χορευτικό, το χειροκρότημα δεν σταματούσε από τον ενθουσιασμό. Είχε μια επικοινωνία με το κοινό μαγική, σχεδόν μεταφυσική θα τολμούσα να πω. Χάρισμα των ειδώλων του δικού της βεληνεκούς.

Αυτό βέβαια δεν το ξανασυνάντησα στο θέατρο στα χρόνια που ακολούθησαν, σε κανέναν ηθοποιό. Θαύμασα σπουδαίους ηθοποιούς με τεράστια υποκριτικά προσόντα. Αλλά αυτή την επαφή της Αλίκης με το κοινό δεν το ξαναείδα σε κανέναν. Κι αυτό δεν το λέω με κάποια προκατάληψη ή με κάποιον φανατισμό. Αυτή είναι η αλήθεια!

Η παράσταση ήταν φαντασμαγορική με πολλά σκηνικά και κοστούμια και με πολύ καλούς ηθοποιούς. Όπως άλλωστε όλες οι παραστάσεις της Αλίκης. Στο φινάλε το κοινό είχε σηκωθεί όρθιο και επευφημούσε τόσο την Αλίκη όσο και τους υπόλοιπους ηθοποιούς, τον Κατρανίδη, την Διαμαντίδου, τον Γεωργίτση, τον Μιχαλακόπουλο. Σηκώθηκα γρήγορα - γρήγορα από τη θέση μου και κοίταξα προς την είσοδο των καμαρινιών.

Όλη η πλατεία κατευθύνονταν προς τα κει. Είπα στην αδελφή μου να πάει να με περιμένει στο μπαρ γιατί ήθελα οπωσδήποτε να πάρω αυτόγραφο από την Αλίκη. Φυσικά δεν ήμουνα ο μοναδικός, γιατί μέχρι να ξανακοιτάξω η ουρά είχε γίνει τεράστια. Δεν υπήρχε όμως περίπτωση να φύγω έτσι. Στριμώχτηκα λοιπόν και εγώ ανάμεσα στους άλλους και περίμενα την πολυπόθητη στιγμή. Να δω από τόσο κοντά το ίνδαλμα των παιδικών μου χρόνων, να της σφίξω το χέρι και να της πω πόσο την αγαπώ και την θαυμάζω. Η Αλίκη σε όλο το έργο φορούσε μια ξανθή κοντή περούκα, αφού έπαιζε ο κορίτσι του «Καμπαρέ», ενώ τώρα υποδεχόταν τον κόσμο με μια σατέν σομόν ρόμπα και τα ολόξανθα μαλλιά της λυμένα στους ώμους.

Περίμενα με υπομονή τη σειρά μου, αλλά τα μάτια μου δεν ξεκόλλαγαν από πάνω της. Την έβλεπα να χαμογελάει, να χαϊδεύει τα παιδιά στο κεφάλι, να δέχεται με ευχαρίστηση τα λουλούδια που της προσέφεραν οι θαυμαστές της κι εκείνη να τους δίνει από μια φωτογραφία της, χωρίς όμως να την υπογράφει. Αυτό μου κακοφάνηκε αλλά που να καθίσει να υπογράφει τόσες φωτογραφίες; σκέφτηκα. Θα μας έπαιρνε το πρωί. Δεν πειράζει, αρκεί να τη δω από κοντά κι αυτό μου φτάνει. Είχα πλησιάσει σε απόσταση δέκα μέτρων περίπου και ξαφνικά συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Αισθάνθηκα το βλέμμα της έντονα πάνω μου και είδα να με προσκαλεί με μία χειρονομία. Παρέλυσα!

-Εμένα; Έκανα νόημα!

-Ναι εσένα, μου έγνεψε!

-Εμένα; Ξαναρώτησα.

-Ναι παιδί μου εσένα λέω, διάβασα τα χείλη της!

Η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει μέχρι να βρω τη δύναμη να πλησιάσω. Δεν ξέρω πως έφτασα μέχρι εκεί. Σπρώχνοντας τους υπόλοιπους; Πατώντας τους; Γλίστρησα;

Πέταξα; Δεν θυμάμαι, πάντως έφτασα!

Ήθελα τόσα να της πω κι όμως δεν έβγαλα άχνα.

-Πως σε λένε αγόρι μου; Με ρώτησε.

-Μάκη, είπα με ξέπνοη φωνή.

-Το ξέρεις πως είσαι πολύ όμορφο αγόρι;

-Σας ευχαριστώ της είπα.

-Τα ματάκια σου γιατί γυαλίζουν έτσι σαν χάντρες; μου είπε, κοιτώντας με βαθιά στα μάτια.

-Δεν ξέρω ίσως γιατί κοιτούν εσάς!

-Με αγαπάς; Με ρώτησε.

-Πολύ, της είπα συνεχίζοντας να την κοιτώ στα μάτια, μην μπορώντας να συνειδητοποιήσω πως την έβλεπα σε απόσταση αναπνοής.

-Θα έρθεις να με ξαναδείς;

-Φυσικά, της απάντησα.

Τότε φώναξε και τη Νότα, την αγαπημένη της αμπιγιέζ, για να με συστήσει.

-Νότα έλα να δεις ένα όμορφο ξανθό αγόρι.

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-socialprofile4.jpg?v=0

Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Τόσο εντύπωση της είχα κάνει; αναρωτήθηκα. Ποτέ δεν πίστευα πως ήμουνα ένα ιδιαίτερα όμορφο παιδί. Μπορεί να άκουγα κολακευτικά σχόλια, ιδιαίτερα από τους μεγάλους, αλλά εμένα δεν με άγγιζαν και πολύ. Απλά επειδή ήμουνα φυσικός ξανθός και είχα μακριά ίσια μαλλιά, έμοιαζα περισσότερο για ξένος παρά έλληνας και αυτό μάλλον έκανε τη διαφορά μου από τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου. Τίποτα περισσότερο.

Η Νότα πλησίασε και μου έδωσε το χέρι της.

-Γεια σου αγόρι μου μού είπε, τι κάνεις;

-Καλά ευχαριστώ, της απάντησα.

-Είδες τι όμορφος που είναι! Συνέχισε η Αλίκη, σωστός άγγελος.

Ωχ Παναγίτσα μου, τι λόγια άκουγα και μάλιστα από εκείνη! είχα καταντραπεί. Δεν τολμούσα πια να την κοιτάξω. Είχα σκύψει το κεφάλι και δεν έλεγα τίποτα.

-Λοιπόν Μακούλη, συνέχισε, πάρε μια φωτογραφία μου και να μου υποσχεθείς πως θα έρθεις να με ξαναδείς.

-Το υπόσχομαι! της είπα, ξέροντας πως εκείνη τη στιγμή έδινα υπόσχεση ζωής!

Μου χάιδεψε τα μαλλιά και με φίλησε στο μάγουλο. Έφυγα σαν υπνωτισμένος. Δεν είχα καταλάβει τι είχε συμβεί. Αναρωτιόμουνα αν πραγματικά είχα ζήσει εγώ όλο αυτό πριν, ή ήταν όνειρο.

Και να το έλεγα, ποιος θα με πίστευε; Η Πολυτίμη ήταν η πρώτη που άκουσε με κάθε λεπτομέρεια γι αυτή τη αναπάντεχη συνάντηση και με πίστεψε γιατί ήξερε καλά πως δεν έλεγα ποτέ ψέματα.

Εκείνο που με ένοιαζε πλέον όμως ήταν πως ήθελα να την ξαναδώ. Εξάλλου της το είχα υποσχεθεί. Αλλά πώς;

ΑΧ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΑΡΩΜΑ

Για μια βδομάδα δεν κοιμήθηκα. Τη σκεφτόμουν μέρα νύχτα. Αισθανόμουν πως το άρωμα της είχε ποτίσει στα μαλλιά μου από ένα και μόνο της χάδι και φαίνεται πως ήταν αρκετό για να είχα την αίσθηση της παρουσίας της. Αν γινόταν να μην λουζόμουν για μια βδομάδα θα το έκανα. Εκείνη την εποχή είχα μακριά μαλλιά που μου έπεφταν μέχρι τη μύτη κι έτσι το μύριζα έντονα. Πράγματι το άρωμα της ήταν τόσο αρμονικά δεμένο με την προσωπικότητά της! Της ταίριαζε τόσο πολύ! Το φορούσε από πάντα, ακόμη και στα «Χτυποκάρδια στο θρανίο», στη σκηνή που της έλεγε ο Κωνσταντίνου για το άρωμά της, κι εκείνη του απαντούσε πως ήταν η Miss Dior. Από τότε μέχρι το τέλος δεν το αποχωρίστηκε ποτέ. Όταν το 1996 έφυγε τόσο απρόσμενα, ένοιωσα την ανάγκη να πάω και να αγοράσω ένα μπουκάλι, όχι φυσικά για να το φοράω, αλλά για να το μυρίζω που και που και να έχω την αίσθηση της παρουσίας της.

Όταν κάποτε την είχα ρωτήσει με αφέλεια, πως γίνεται όταν μιλάει να μυρίζει το στόμα της άρωμα; Το καταπίνει; Εκείνη γέλασε και μου είπε: Όχι βρε χαζούλη απλά βάζεις δυο τρεις σταγόνες στα ρουθούνια κι έτσι μυρίζει όμορφα η αναπνοή σου. Αυτά ήταν ένα από τα πολλά μυστικά της σταρ.

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-socialprofile5.jpg?v=0

Οι μέρες περνούσαν κι εγώ έπρεπε πάση θυσία να πάω να τη συναντήσω. Με ποιο τρόπο όμως; Να πάω να βγάλω εισιτήριο, να δω την παράσταση και μετά να στηθώ και πάλι στην ουρά; Χρήματα δεν είχα και δεν ήθελα να ζητήσω από τους δικούς μου, γιατί δεν ήθελα να το πω σε κανέναν.

Τι άλλο να έκανα; Να έλεγα στην είσοδο πως με περίμενε η κυρία Βουγιουκλάκη; Θα με άφηναν να μπω; Ήμουνα τόσο μικρός, ποιος θα με πίστευε; Και ήταν πολύ δύσκολο να παρακάμψεις τόσους ανθρώπους που την προφύλασσαν από τους ενοχλητικούς, μέχρι να φτάσεις σε κείνη. Σκέφτηκα όμως τελικά κάτι πιο έξυπνο. Είχα ήδη τσεκάρει τα κατατόπια της πίσω πόρτας των καμαρινιών από την πρώτη φορά που βρέθηκα εκεί.

Δε θα ‘ταν και τόσο δύσκολο να περιμένω το τέλος της παράστασης και την ώρα που θα άνοιγαν την πίσω πόρτα για την έξοδο του κοινού, να τρυπώσω με τρόπο στα παρασκήνια και να στηθώ κι εγώ στην ουρά για το πολυπόθητο αυτόγραφο, σαν να ήμουν ένας από τους θεατές.

Μεγαλεπήβολο σχέδιο που τελικά επετεύχθη με επιτυχία. Κανείς δεν πήρε χαμπάρι τίποτα. Αισθανόμουν βέβαια λιγάκι παράνομος, αλλά τι μ αυτό; Εγώ είχα φτάσει με αυτόν τον τρόπο και πάλι κοντά της και κρατούσα την υπόσχεσή μου, πως πολύ σύντομα θα πήγαινα να τη συναντήσω.

Η ουρά αυτή τη φορά ήταν μεγαλύτερη. Περίμενα τη σειρά μου με …..υπομονή και σινάμα με …..ανυπομονησία. Αναρωτιόμουν: Άραγε θα με θυμόταν; Θα ήταν τόσο γλυκιά και καλή όπως τη πρώτη φορά; Θα μου ξαναχάιδευε το κεφάλι αφήνοντας το άρωμα της στα μαλλιά μου; Θα με κοίταζε στα μάτια με εκείνο το μοναδικό βελούδινο βλέμμα που όμοιο του δεν είχα ξανασυναντήσει στη ζωή μου;

Βυθισμένος σε όλες αυτές τις σκέψεις δεν κατάλαβα πότε ήρθε η σειρά μου και βρέθηκα ξαφνικά μπροστά της. Αυτή τη φορά φορούσε μια τιρκουάζ ρόμπα και μου φάνηκε ακόμη πιο όμορφη από την πρώτη.

-Γεια σας τι κάνετε; Της είπα και της έδωσα το χέρι.

-Α! Καλώς τον ξανθούλη, μου απάντησε, αφού μου έδειξε πως με είχε θυμηθεί.

-Ώστε ήρθες πάλι!

-Δεν γινόταν να μην έρθω Κυρία Βουγιουκλάκη!

-Ωραία, κάθισε λίγο εκεί στο σαλόνι, μέχρι να τελειώσω και θα σε δω.

Τι ευτυχία! Βρισκόμουν και πάλι στο χώρο της. Περιεργαζόμουν τα πάντα γύρω μου που ήταν τόσο επιμελημένα, καθαρά και καλαίσθητα, έτσι όπως θα ταίριαζαν σε μια σταρ της δικής της κλάσης. Κάθισα και την περίμενα στο σαλονάκι του κήπου έξω ακριβώς από το καμαρίνι της. Ένα μπαμπουδένιο σομόν σαλονάκι πνιγμένο στις βουκαμβίλιες και στα γιασεμιά. Στο μεγάλο καθρέφτη του καμαρινιού διάφορες φωτογραφίες από παραστάσεις φίλους και αγαπημένα πρόσωπα και από πάνω μια μεγάλη φωτογραφία του μικρού Γιάννη - που τότε όλοι τον φώναζαν Γιαννάκη αφού ήταν περίπου δέκα χρονών.

-Τι να με θέλει; σκέφτηκα! Καινούρια αγωνία! Την κοίταζα από πίσω με τον κόσμο να στριμώχνεται, να σπρώχνει να τη δει και να την αγγίξει και αισθανόμουν τόσο τυχερός αλλά και τόσο προνομιούχος που με είχε ξεχωρίσει και με είχε βάλει να την περιμένω στο καμαρίνι της. Ένοιωθα τέτοια βαθιά ικανοποίηση που δεν περιγράφεται. Εγώ, στο καμαρίνι της Αλίκης;

Μήπως ονειρευόμουνα; Όχι ήμουνα ξύπνιος και το ζούσα με όλο μου το είναι!

Κάποτε τέλειωσε ο κόσμος και οι δικοί της άνθρωποι οδηγούσαν και τους τελευταίους στην έξοδο, για να την αφήσουν να ξεκουραστεί και να ετοιμαστεί για τη βραδινή της παράσταση. Εγώ όμως ήμουνα εκεί και περίμενα. Γυρνώντας για να μπει στο καμαρίνι βιαστικά, με κοίταξε και έδειξε να ξαφνιάζεται γιατί προφανώς με είχε ξεχάσει με τέτοιο συνωστισμό.

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-socialprofile6.jpg?v=0

-Α, εδώ είσαι μικρέ; Μου είπε!

-Ναι εσείς μου είπατε να περιμένω!

-Ωραία επειδή έχω καθυστερήσει έλα να κάτσεις εδώ, καθώς θα ετοιμάζομαι. Μου έδειξε ένα σκαμπό και κάθισα λίγο πιο πίσω από την μεγάλη πολυθρόνα της μπροστά από τον μεγάλο φωτισμένο καθρέφτη της. Εκείνη ξεκίνησε να φρεσκάρει το μακιγιάζ της που μου είχε κάνει εντύπωση πόσο έντονο ήταν. Αργότερα έμαθα πως το θεατρικό μακιγιάζ έπρεπε να είναι πολύ πιο έντονο από το κινηματογραφικό ή το τηλεοπτικό, λόγω απόστασης.

-Λοιπόν θύμισε μου πως σε λένε ξανθούλη; με ρώτησε κοιτάζοντάς με από τον καθρέφτη της.

-Μάκη, της απάντησα.

-Δηλαδή το βαφτιστικό σου ποιο είναι;

-Γεράσιμος.

-Απαπαπα, δεν σου πάει καθόλου. Δηλαδή γέρος και άσημος; είπε γελώντας. Όχι! Καλύτερα Μάκης.

-Λοιπόν Μάκη πηγαίνεις ακόμα στο Λύκειο;

-Ναι μόλις τελείωσα και…..

-Τώρα τι θα κάνεις; Θα σπουδάσεις κάτι;

-Ναι!

-Τι; Ή μάλλον μη μου πεις, ξέρω! Θέατρο!

-Ακριβώς!

-Δηλαδή θέλεις να γίνεις ηθοποιός! Ταλέντο έχεις;

-Δεν ξέρω, νομίζω πως ναι!

-Είσαι πολύ εμφανίσιμο παιδί αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό.

-Το ξέρω, της απάντησα, γι αυτό θέλω να πάω σε δραματική.

-Και καλά θα κάνεις. Δηλαδή όταν γίνεις ηθοποιός θα θελες να παίξεις και μαζί μου;

-Αυτό ήταν πάντα το όνειρο μου, της απάντησα και αισθάνθηκα τα μάτια μου να βγάζουν σπίθες.

-Ωραία το χειμώνα θα είσαι μαζί μου στο θέατρο!

-Πως; Άκουσα καλά; Θα με πάρετε μαζί σας στο θέατρο;

-Ναι αλλά θα μου υποσχεθείς ένα πράγμα!

-Ότι θέλετε!

-Πως θα πας σε δραματική.

-Σας το υπόσχομαι, ψέλλισα με σβησμένη φωνή από την συγκίνηση.

-Λοιπόν θα έρθεις τη Δευτέρα το απόγευμα στο θέατρο Αλίκη στην Οδό Αμερικής για να σε δει ο μαέστρος ο Γιώργος Κατσαρός με τον σκηνοθέτη του «Καμπαρέ» τον Δημήτρη Ποταμίτη. Θέλω να σε δουν πώς κινείσαι στη σκηνή, πώς τραγουδάς, πώς χορεύεις; Εντάξει;

-Εντάξει, μόνο που….

-Μόνο που..τι;

-Να …έχω ένα πρόβλημα με τον πατέρα μου που δεν θέλει με τίποτα να ακούσει γι θέατρο.

-Καλά …καλά, έλα εσύ τη Δευτέρα και τα υπόλοιπα θα τα δούμε. Όταν έρθει η στιγμή θα πάρω εγώ τον πατέρα σου στο τηλέφωνο, θα του εξηγήσω και θα καταλάβει. Συνεννοηθήκαμε;

-Μάλιστα!

-Λοιπόν πήγαινε τώρα για να ντυθώ και θα σε δω τη Δευτέρα στο θέατρο.

-Σας ευχαριστώ πολύ της είπα, της έσφιξα το χέρι και έφυγα.

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-socialprofile7.jpg?v=0

Δεν ξέρω εκείνο το βράδυ πως έφτασα σπίτι μου; Με λεωφορείο; Με τα πόδια; Δεν θυμάμαι! Εκείνο που θυμάμαι είναι πως ήθελα να αγκαλιάσω και να φιλήσω όλο τον κόσμο. Ήμουνα αληθινά ευτυχισμένος. Και πάνω από όλα τυχερός.

Αισθανόμουν την ανάγκη να σταματήσω οποιονδήποτε άγνωστο στο δρόμο και να του πω: Φίλε, το χειμώνα θα παίξω στο θέατρο με τη Βουγιουκλάκη. Το πολύ - πολύ να κούναγε το κεφάλι του και να μου απαντούσε: Δεν είναι τίποτα φίλε μου, η ζέστη σε πείραξε.

Τώρα πια που γυρίζω πίσω και σκέφτομαι όλα όσα έζησα, είμαι βαθιά πεπεισμένος πως η ζωή είναι ένα παιχνίδι που κερδίζεις ανάλογα με τις επιλογές σου. Αν εγώ εκείνο το βράδυ δεν αποφάσιζα να πάω να συναντήσω και πάλι την Αλίκη στο θέατρο, σήμερα θα ήμουν ένας διαφορετικός άνθρωπος, με μια διαφορετική ζωή. Δεν ξέρω καλύτερη ή χειρότερη αλλά σίγουρα δεν θα την είχα επιλέξει εγώ. Γιατί όλα μετά από τη συνάντηση της Δευτέρας, εξελίχθηκαν απρόσμενα καλά.

ΣΧΕΣΗ ΚΑΡΜΙΚΗ

Εκείνη τη Δευτέρα κατέβηκα για πρώτη φορά τα σκαλοπάτια του θεάτρου «Αλίκη» στην οδό Αμερικής, μη ξέροντας ακόμα τι πραγματικά θα συμβεί. Είχα την άγνοια της κατάστασης αλλά και την αισιοδοξία της ηλικίας μου, πως όλα θα πάνε καλά. Οι προθήκες και τα ταμπλό του θεάτρου ήταν γεμάτα από μεγάλες φωτογραφίες της Αλίκης, από διάφορες παραστάσεις που είχε ανεβάσει στο παρελθόν. Έφτασα μέχρι το μπαρ και αφού δεν συνάντησα κάποιον για να ρωτήσω, προχώρησα μέσα στην πλατεία. Είδα την Αλίκη να κάθεται στα μπροστινά καθίσματα και να μιλάει με τον Δημήτρη Ποταμίτη και τον Γιώργο Κατσαρό. Πλησίασα διακριτικά και μόλις με είδε, μου είπε:

-Α …. Ήρθες μικρέ; Καλώς τον, περίμενε λίγο πίσω και θα σε φωνάξω.

Κάθισα κι εγώ για λίγο στα πίσω καθίσματα κι εκείνη έσκυψε και ψιθύρισε κάτι χαμηλόφωνα στους δύο συνεργάτες της. Δεν άκουσα φυσικά τι είπε, αλλά μου έκανε αμέσως νόημα για να πάω κοντά τους.

-Από εδώ ο Μάκης με σύστησε, που θα ανέβει αμέσως τώρα στη σκηνή και θα μας παίξει κάτι. Ξαφνιάστηκα, δεν ήμουνα προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, αλλά χωρίς να φέρω καμιά αντίρρηση ανέβηκα στη σκηνή και στήθηκα μπροστά τους.

-Τι θα μας πεις Μάκη; Με ρώτησε ο Ποταμίτης.

-Το μόνο μονόλογο που ξέρω είναι από τον «Έμπορο της Βενετιάς», γιατί με αυτό θα δώσω εξετάσεις στη δραματική.

-Τι να τον κάνουμε τον «Έμπορο της Βενετιάς» βρε Μάκη; μου είπε, εδώ ανεβάζουμε μιούζικαλ. Κάτι από το «Καμπαρέ» δεν ξέρεις;

Ευτυχώς ήξερα απ’ έξω όλα τα τραγούδια της παράστασης, αφού είχα πάρει το δίσκο και τον είχα λιώσει από τις τόσες φορές που τον είχα ακούσει.

-Ναι ξέρω καλά το «Wilcome» του κομπέρ, απάντησα!

-Ωραία σε ακούμε, μου είπε ο Κατσαρός αυτή τη φορά που είχε κι όλη την ευθύνη της μουσικής προσαρμογής του έργου.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησα:

Wilcome mi bien veni welcome…και λοιπά.

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-socialprofile63.jpg

Με κοίταζαν και με άκουγαν με ενδιαφέρον και από ότι διέκρινα από μια κλεφτή ματιά, η Αλίκη με κοιτούσε με ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Αυτό μου έδωσε περισσότερο θάρρος κι άρχισα να ξεπερνώ και τις όποιες αναστολές ή ντροπές που μπορεί να είχα στην αρχή. Εξάλλου ήταν και η πρώτη φορά που περνούσα από οντισιόν. Βέβαια μπορεί στη ζωή μου να ήμουνα ένα πολύ ντροπαλό και συνεσταλμένο παιδί αλλά στη σκηνή με κάποιο μαγικό τρόπο ξεπέρναγα τις αναστολές μου. Αισθανόμουν πως αντλούσα μια δύναμη που ξεπερνούσε τον εαυτό μου. Αυτό, όπως διαπίστωσα αργότερα συμβαίνει και πολλούς ακόμη ηθοποιούς και τραγουδιστές.

Είχα μπροστά μου λοιπόν τρεις πολύ σπουδαίους ανθρώπους του θεάτρου και έπρεπε οπωσδήποτε να τους κερδίσω. Είχα μάθει καλά και όλη τη χορογραφία - χωρίς να ξέρω βέβαια πως θα μου χρειαστεί. Απλά μου άρεσε πολύ ο ρόλος του κομπέρ και τον είχα κάνει μοναχός μου ατέλειωτες πρόβες μπροστά από τον καθρέφτη μου.

Μόλις τέλειωσα, η Αλίκη φώναξε δυνατά μπράβο και γύρισε στον Κατσαρό και τον Ποταμίτη και είπε:

-Εμένα μου κάνει, εσείς τι λέτε;

Εκείνοι κοιτάχτηκαν στα μάτια και κούνησαν καταφατικά και οι δυο το κεφάλι.

-Και μας Αλίκη μου μας κάνει, της είπε ο μαέστρος και μου έκανε νόημα να κατέβω από τη σκηνή.

-Λοιπόν μικρέ, μου είπε η Αλίκη, πήγαινε στο λογιστήριο που είναι βγαίνοντας από την πλατεία αριστερά στις σκάλες και δώσε τα στοιχεία σου στην κυρία Σοφία.

Προσλαμβάνεσαι! Θα είσαι στο «Καμπαρέ» μαζί μας. Είσαι ικανοποιημένος;

-Όχι απλά ικανοποιημένος, πετάω της είπα, τη φίλησα στο μάγουλο και έτρεξα γρήγορα-γρήγορα για να δώσω τα στοιχεία μου στην κυρία Σοφία.

Περνώντας από το κατώφλι του θεάτρου κι ενώ όλα είχαν πάει κατ’ευχήν, μια και μόνο σκέψη σκοτείνιασε το πρόσωπο μου. Ο πατέρας μου τι θα έλεγε για όλα αυτά;

Τότε θυμήθηκα τα λόγια της Αλίκης, πως ήταν διατεθειμένη η ίδια να τον πάρει στο τηλέφωνο και να του εξηγήσει. Μα θα το έκανε; αναρωτήθηκα.

Κι όμως το έκανε και μάλιστα την ίδια μέρα. Όταν γύρισα στο σπίτι όλα είχαν αλλάξει. Πριν ακόμη προλάβω να πω καλησπέρα, τον είδα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.

-Βρε μουσίτσα, μου είπε, άμα βάλεις κάτι στο μυαλό σου φέρνεις τον κόσμο ανάποδα. Ακόμη και τη Βουγιουκλάκη πήγες και βρήκες για να κάνεις αυτό που θες; Τι διάολος είσαι εσύ; Δεν πίστευα στα αυτιά μου όταν μου μίλησε στο τηλέφωνο. Νόμιζα πως ήταν κάποια άγνωστη που μου έκανε φάρσα. Που να το περιμένω αυτό; Μου είπε πως είναι η Βουγιουκλάκη κι εγώ της είπα πως είμαι ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Προς στιγμή γελάσαμε και μετά μου εξήγησε τι ήθελε. Της έκανες για ένα ρολάκι στο έργο της.

Μου είπε πως θα σε προσέχει σαν παιδί της, θα σου κολλάει ένσημα και πως θα σε φέρνει στο σπίτι κάθε βράδυ ο οδηγός της. Άντε βρε αν είναι έτσι χαλάλι σου. Καλή επιτυχία και σε ότι σε φωτίσει ο θεός να κάνεις, να ‘χεις γερό στομάχι, μου είπε και με φίλησε. Εκείνο το φιλί αισθάνθηκα πως ήταν το κλειδί για να ανοίξω τη μεγάλη πόρτα και να συναντήσω το όνειρο μου. Μέχρι τότε ήταν για μένα βαριά αμπαρωμένη. Μου έδωσε τέτοια δύναμη που είχα την αίσθηση πως μπορούσα να κατακτήσω όλο τον κόσμο.

Ο ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-socialprofile8-2.jpg?v=0

Πράγματι η πρώτη φορά που έπαιξα στο θέατρο ήταν με την Αλίκη στο θρυλικό Καμπαρέ. Όλα τα άλλα είναι ιστορία. Μια ιστορία που μοιάζει σαν παραμύθι κι όμως την έζησα μαγικά, μοναδικά, έντονα. Με την Αλίκη γίναμε οικογένεια. Όταν έπαιξα μαζί της ήμουν 17 χρόνων. Στο σπίτι της μεγάλωσα. Εκεί γαλουχήθηκα.

Δίπλα της έμαθα τους αυστηρούς νόμους του θεάτρου και τις συνταγές της επιτυχίας.

Για μένα εκείνα τα χρόνια ήταν το δικό μου πανεπιστήμιο. Σ’ εκείνη χρωστάω φυσικά και την ενασχόλησή μου με την συγγραφή.

Εκείνη με ενέπνευσε για πρώτη φορά να γράψω μια βιογραφία, τη δική της. Ακολούθησαν άλλες 59. Χάρη σ’ εκείνη ασχολήθηκα με την παραγωγή δίσκων και επιμελήθηκα 300 δίσκους του ελληνικού σινεμά και φυσικά και όλα τα δικά της soundtracks από τις ταινίες της. Μια ζωή μαζί. Στο θέατρο, στα στούντιο, στα καμαρίνια, στο σπίτι, στα πάρτι, στα λα λα (όπως έλεγε χαρακτηριστικά η ίδια), στις παρουσιάσεις των δίσκων, στα ταξίδια, αλλά και στις πιο προσωπικές μας στιγμές.

Στα χρόνια που ακολούθησαν μίλησα πάμπολλες φορές σε συνεντεύξεις μου, για τη σχέση μας και τις συνεργασίες μας με ατέλειωτα περιστατικά, άλλοτε χαριτωμένα και άλλοτε πιο δυσάρεστα. Γιατί έζησα δραματικά και το απρόσμενο φευγιό της, όπως φυσικά όλη η Ελλάδα. Για μένα βέβαια η Αλίκη δεν έφυγε ποτέ.

Ζει πάντα δίπλα μου, συνεχίζει να χτυπά η καρδιά της μέσα μου, να μ’ εμπνέει, να με καθοδηγεί και να μου δείχνει το δρόμο.

Ένα δρόμο που μου άνοιξε εκείνη και εξακολουθεί να με καθοδηγεί.

Τώρα, αν με ρωτούσε κάποιος, θα του έλεγα ειλικρινά πως εγώ προσωπικά, τη δική μου Αλίκη δεν την αποχαιρέτησα ποτέ!

Αρνούμαι να την αποχαιρετίσω.

Είναι σαν ν’ αποχαιρετώ τη χαρά της ζωής. Τη φωτεινή πλευρά του εαυτού μου.

Το δικαίωμα που είχα κι έχω να χαμογελώ, να τραγουδώ και να χαίρομαι μαζί της κάθε φορά που την ακούω ή την βλέπω μέσα από τις ταινίες της. Αρνούμαι ν’ αποχαιρετίσω τα παιδικά μου ταξίδια, τις στιγμές που έζησα κοντά της, κι ας μ’ έκανε κι έκλαψα!

Καλά έκανα κι έκλαψα.

Στο κάτω-κάτω δικό μου είναι το δάκρυ. Ότι θέλω το κάνω! Κι αν το καλοσκεφτούμε η Αλίκη δεν έφυγε ποτέ!

Σταμάτησε το χρόνο σε μια φωτογραφία και απλά φυγαδεύτηκε προς την αιώνια νεότητα.

Έμεινε το αιώνιο κορίτσι, τόσο στη δική μου σκέψη, όσο και στην καρδιά ενός ολόκληρου λαού!

30 χρόνια μετά είναι παρούσα.

Φωτεινή, χαμογελαστή, ροδαλή, απαστράπτουσα.

Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν ποτέ.

Η λέξη τέλος δεν μπαίνει ποτέ στη δική τους πορεία ζωής.

Θα συνεχίζεται ες αεί!

makis-delaportas-aliki-vougiouklaki-serres-socialprofile68.jpg

Loader