Σέρρες - Επιστροφή των κλαπέντων κειμηλίων ζήτησε ο Μητροπολίτης κ.κ. Θεολόγος από τον Κυριάκο Μητσοτάκη
Τα κειμήλια της Σερραϊκής Εκκλησίας που κλάπηκαν από τους Βουλγάρους κατά τα έτη 1913,1917 και 1942, βρέθηκαν στο επίκεντρο της συναντήσεως του Μητροπολίτου Σερρών με τον Πρωθυπουργό, παρουσία και του Βουλευτού Σερρών κ.Χατζηβασιλείου, τονίζοντας ότι, η τοπική Εκκλησία, ως είναι φυσικόν και αυτονόητον, από πολλών ετών αγωνίζεται για τον επαναπατρισμό των αφαιρεθέντων κειμηλίων, με δύναμη και συνέπεια, χωρίς να υποστείλει την σημαία του δικαίου αυτού Πανσερραϊκού αιτήματος.
Το αίτημα βρίσκεται υψηλά στο διαπραγματευτικό χαρτοφυλάκιο της Ελληνικής Πολιτείας και των συναρμοδίων Υπουργείων με την γείτονα Χώρα και θα υπάρξει συνέχεια και επίταση των προσπαθειών, διαβεβαίωσε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Τα κειμήλια της Σερραϊκής Εκκλησίας στο επίκεντρο της συνάντησης Θεολόγου - Μητσοτάκη
Σε κλίμα εγκαρδιότητος, πραγματοποιήθηκε χθες το πρωί, στο Μέγαρο Μαξίμου στην Αθήνα, η συνάντηση του Εξοχωτάτου Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Σεβ. Μητροπολίτη Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγο, παρουσία και του Βουλευτού Σερρών κ. Αναστασίου Χατζηβασιλείου.
Ο Σεβασμιώτατος, αφού ευχαρίστησε τον κ. Πρωθυπουργό για την πραγματοποίηση της συναντήσεως, ευχήθηκε την ευλογία του Θεού για την ευόδωση των προσπαθειών του για την πρόοδο και την ευημερία της Πατρίδος μας. Όλως ιδιαιτέρως τον παρεκάλεσε να έχει την μέριμνά του και για τον ακριτικό Νομό Σερρών, έναν Νομό με πολλές δυνατότητες, αλλά και ιδιαίτερες δυσκολίες.
Ο Σεβασμιώτατος εζήτησε την αρωγή του Πρωθυπουργού και της Ελληνικής Κυβερνήσεως για την επιστροφή των κλαπέντων ιερών κειμηλίων από την Εκκλησία των Σερρών, κατά τα έτη 1913,1917 και 1942, τονίζοντας ότι, η τοπική Εκκλησία, ως είναι φυσικόν και αυτονόητον, από πολλών ετών αγωνίζεται για τον επαναπατρισμό των αφαιρεθέντων κειμηλίων, με δύναμη και συνέπεια, χωρίς να υποστείλει την σημαία του δικαίου αυτού πανσερραϊκού αιτήματος.
«Το πάντοτε ανοικτό για εμάς ζήτημα της επιστροφής των παρανόμως αφαιρεθέντων Μητροπολιτικών και μοναστηριακών κειμηλίων, είπε ο Σεβασμιώτατος, από την γείτονα χώρα Βουλγαρία στα πικρά και πέτρινα χρόνια των πολέμων, είναι αίτημα δικαιοσύνης και ιστορικής αληθείας, πάντα επίκαιρο και ανοικτό!
Είναι επάναγκες να εξετασθεί με την δέουσα προσοχή και ευαισθησία, με βάση τις διεθνείς συνθήκες και τους κανόνες δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, το ζήτημα της επιστροφής τους, στους χώρους που ανήκουν. Παρακαλούμεν, όπως, έχωμεν την υψηλήν συναντίληψίν Σας στον δίκαιον αυτόν αγώνα, της Σερραϊκής Εκκλησίας και συνόλης της κοινωνίας».
Την παράκληση αυτή του Σεβασμιωτάτου, υπεστήριξε ενθέρμως και ο παριστάμενος στην συνάντηση, Βουλευτής Σερρών κ. Αναστάσιος Χατζηβασιλείου.
Ο κ. Μητσοτάκης αφού άκουσε με πολλή προσοχή και βαθιά κατανόηση τα λεχθέντα υπό του Σεβασμιωτάτου, διαβεβαίωσε ότι το δίκαιο αυτό αίτημα της Σερραϊκής Εκκλησίας και κοινωνίας ευρύτερα, βρίσκεται υψηλά στο διαπραγματευτικό χαρτοφυλάκιο της Ελληνικής Πολιτείας και των συναρμοδίων Υπουργείων με την γείτονα Χώρα και θα υπάρξει συνέχεια και επίταση των προσπαθειών.
Ο κ. Πρωθυπουργός ετόνισε, επίσης, ότι η Ελληνική Κυβέρνηση επιθυμεί ειλικρινώς την γόνιμη συνεργασία με την Εκκλησία μας, η οποία επιτελεί ένα σπουδαίο πνευματικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο επ’ ωφελεία του λαού μας. Η ενότητα και η ομοψυχία, είπε, αποτελούν προϋπόθεση για την ευημερία και ευστάθεια της Πατρίδος μας.
Ιστορικό
Η περιοχή μας βρισκόταν υπο Βουλγαρική κατοχή, κατά την διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, (1916 - 1918), όπως και όλη η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, ενώ στόχος της κατοχής, δεν ήταν μόνο η προσάρτηση των εδαφών, αλλά και ο εκβουλγαρισμός της περιοχής, για να υλοποιηθεί το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας, που ήθελε έξοδο στο Αιγαίο.
Ανάμεσα στις μεθόδους που εφάρμοσαν οι Βούλγαροι, εκτός από την βία, τις εκτελέσεις και την οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού πληθυσμού, ήταν και η θρησκευτική λεηλασία μοναστηριών και εκκλησιών, που είχαν σημαντικά κειμήλια, άρρηκτα συνδεδεμένα με τον ελληνισμό και την ορθοδοξία.
Έτσι βρέθηκαν στο στόχαστρό τους δύο εξέχοντα βυζαντινά μοναστήρια του νομού Σερρών μας
Η Μονή του Τιμίου Προδρόμου και η Μονή της Παναγίας Εικοσιφοινίσσης.
Η λεηλασία της Μονής Εικοσιφοινίσσης έγινε στις 27 Μαρτίου 1917, “Την Μεγάλην Δευτέραν της εβδομάδος και ώραν 2 μ.μ. ο Βούλγαρος οπλαρχηγός Πανίτσας και ο Βλαδίμηρος Σις, Αυστριακός την καταγωγήν, Βούλγαρος υπήκοος αρχαιολόγος […] Τα δε κλοπιμαία […] εφορτώθησαν εις 18 ημιόνους (σ.σ.: μουλάρια) και μετεφέρθησαν εις Δράμαν...
Την ιστορικήν αξίαν αυτών ουδείς θα δυνηθή να περιγράψει”, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αρχιμανδρίτη Νεοφύτου, Ηγουμένου της Μονής.
Η σύληση της Μονής Τιμίου Προδρόμου συνέβη στις 28 Ιουνίου 1917, σύμφωνα με την μαρτυρία του Προδρομίτη Μοναχού Γαβριήλ Κουντιάδη, βούλγαροι κομιτατζήδες πρώτα απήγαγαν τους μοναχούς και τους οδήγησαν σιδηροδέσμιους στη Βουλγαρία και κατόπιν απογύμνωσαν το μοναστήρι από σκεύη και κειμήλια ανεκτίμητης αξίας, εικόνες, σταυρούς, κ.λπ.
Η επιστροφή μόνο 259 χειρογράφων
Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σύμφωνα με το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ του 1919, η Βουλγαρία υποχρεωνόταν να επιστρέψει όλους τους κλεμμένους θησαυρούς στην Ελλάδα.
Το Μάιο του 1923, ο καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, Γεώργιος Σωτηρίου μετέβη στη Σόφια με σκοπό τον επαναπατρισμό των κλεμμένων πολιτιστικών αγαθών. Μόνο που η Βουλγαρία επέστρεψε, μόνο 259 χειρόγραφους κώδικες στην Ελλάδα, από τους οποίους οι 254 φυλάσσονται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη και οι 5 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών και όχι στις Σέρρες, μιας και η φύλαξή τους σε μια πόλη χωρίς μουσείο είναι αδύνατη!
Που βρίσκονται τα κλοπιμαία
Για πάνω από μισό αιώνα, οι βουλγαρικές αρχές δήλωναν άγνοια για τα υπόλοιπα χειρόγραφα, αλλά στην πραγματικότητα, τα έκρυβαν στα υπόγεια της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών.
Οι προσπάθειες Ελλήνων και ξένων επιστημόνων να τα εντοπίσουν ήταν επίμονες αλλά ατελέσφορες, όμως το 1987, τα κλεμμένα χειρόγραφα μεταφέρθηκαν, και παραμένουν μέχρι σήμερα, στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών “Ιβάν Ντούιτσεφ”.
Το 1990, αποτέλεσε χρονιά ορόσημο, καθώς, σε διεθνές επιστημονικό συμπόσιο που διοργανώθηκε τον Αύγουστο στη Σόφια, παρουσία Βουλγάρων και Ελλήνων επιστημόνων, έγινε η ταυτοποίηση των χειρογράφων των δύο μοναστηριών.
Όσο για τα θρησκευτικά κειμήλια, τα περισσότερα παρακρατούνται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας στη Σόφια.
Κάποια άλλα πουλήθηκαν ή έφτασαν με άλλους τρόπους, μέσω Βουλγαρίας, σε βιβλιοθήκες εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ιδιωτικές συλλογές της Ευρώπης και των ΗΠΑ, ενώ το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακάλυψε ότι ορισμένα από τα κλοπιμαία βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη Μόργκαν, στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον και στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ.
(Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μήνυσε το Πανεπιστήμιο Πρίνστον ζητώντας την επιστροφή ιερών χειρογράφων χιλίων και πλέον ετών, τα οποία βρίσκονται επί δεκαετίες στη συλλογή της Βιβλιοθήκης του)
Από τη δεκαετία του ’90 και μετά, πύκνωσαν οι διαμαρτυρίες, τα ψηφίσματα και οι πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης σχετικά με την επιστροφή των κλοπιμαίων και οι προσπάθειες αυτές απέφεραν μικρές αλλά σημαντικές νίκες.
Τον Οκτώβριο του 2004, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Βουλγαρία, δόθηκε απλώς υπόσχεση από τον τότε πρόεδρο Γκεόργκι Παρβάνοφ για επιστροφή των ανεκτίμητων χειρογράφων και κειμηλίων, ενώ το 2014, η προσπάθεια της ελληνικής διπλωματίας για ανταλλαγή των κλεμμένων χειρογράφων με τα οστά του Τσάρου Σαμουήλ “ναυάγησε”, με αποτέλεσμα σήμερα τα κλοπιμαία να παρουσιάζονται στο λεγόμενο «Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Μελετών Σόφιας – Ivan Douitsef» ως βουλγαρική πολιτιστική κληρονομιά!
Τον Ιούνιο του 2015, ο Μητροπολίτης Σερρών, Θεολόγος εξέφρασε τη θέση του πάνω στο ζήτημα, μιας και δεν πρόκειται για θέμα ηθικής τάξεως, αλλά για την αποκατάστασης της ιστορικής πραγματικότητας, καθώς τα χειρόγραφα και τα κειμήλια αυτά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του πολύπαθου τόπου μας που μας συνδέει με την Ιστορία μας και είναι υποχρέωση της βουλγαρικής κυβέρνησης και της βουλγαρικής Εκκλησίας η αποκατάσταση αυτής της αδικίας, η οποία εξακολουθεί και πληγώνει τον Σερραϊκό λαό.