Σέρρες - Τίτλοι οριστικού τέλους για το ιστορικό κινηματοθέατρο «ΔΙΟΝΥΣΙΑ» - «Το χρονικό ενός προαναγγελθόντος θανάτου»
Ο Βασίλης Παπαντωνίου, δραστήριος και πολυσχιδής επιχειρηματίας, διαβλέποντας την προσοδοφόρα προοπτική των κινηματογραφικών αιθουσών, αποφασίζει να μπει δυναμικά στο χώρο. Έτσι το 1928 σε οικόπεδο (1366 τ.μ), που αγοράστηκε έναν χρόνο πριν, κτίζει τα «Διονύσια» (κτίσμα 420 τ.μ).
Η αίθουσα διέθετε τις καλύτερες δυνατές προδιαγραφές για την εποχή της.
Είχε μεγάλο και άνετο χώρο για τους θεατές, λειτουργική σκηνή για θεατρικές παραστάσεις, καθώς και τέσσερα καμαρίνια που είχαν έξοδο στον ακάλυπτο αύλειο χώρο του οικοπέδου. Είχε ακόμη όμορφα θεωρεία, κατασκευασμένα εξ’ ολοκλήρου με ξύλο καθώς η χρήση του μπετόν γίνονταν ακόμη με πολλές επιφυλάξεις.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αίθουσας αυτής ήταν η εναλλακτική χρήση της ταράτσας της για τη λειτουργία θερινού κινηματογράφου.
Τέτοιου είδους χρήσεις ήταν αρκετά συνηθισμένες σε κινηματογράφους των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, αλλά για τις Σέρρες ήταν το πρώτο και μοναδικό αντίστοιχο εγχείρημα.
Για την άνοδο στην ταράτσα υπήρχε μια μεγάλη φιδωτή σιδερένια σκάλα.
Αντί οθόνης στήνονταν ένα πανί που πιάνονταν από δύο δοκάρια ενώ μοναδική προστασία για τους θαμώνες, που υποθέτουμε πως κάθονταν σε μεταφερόμενους πάγκους, ήταν ένα μικρό τοιχίο που περιέβαλε την οροφή.
Το συγκεκριμένο εγχείρημα όμως δεν απέδωσε, καθώς από τη μία πλευρά η επικινδυνότητα της κατασκευής και από την άλλη οι ζημίες που γίνονταν με το φύσημα του αέρα, απέτρεψαν εξ’ αρχής την εύρυθμη λειτουργία αυτού του πρωτότυπου θερινού κινηματογράφου.
Όμως την ίδια τύχη είχε και η χειμερινή αίθουσα, κόντρα στις προβλέψεις του ιδιοκτήτη της. Κύρια αιτία για την κατάληξη αυτή ήταν, σύμφωνα τουλάχιστον με την κρίση του ίδιου, η μεγάλη απόσταση από το ιστορικό κέντρο της πόλης.
Εδώ πρέπει να τονιστεί πως πριν την άφιξη των προσφύγων το νότιο όριο της πόλης οριοθετούνταν από τις φυλακές (σημερινά δικαστήρια).
Ακόμη και η μεταγενέστερη, όμως, εποίκηση των νοτιότερων περιοχών από τους πρόσφυγες δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει την αρχική εικόνα, τουλάχιστον μέχρι και τον πόλεμο.
Μεγάλα προβλήματα οδοποιίας, συνεχείς πλημμύρες, έλλειψη αποχετευτικών δικτύων, καθιστούσαν τις συγκεκριμένες περιοχές απόμακρα προάστια της πόλης.
Γύρω στα 1934 ο Βασίλης Παπαντωνίου, στην προσπάθειά του να αντιστρέψει την αρνητική οικονομική πορεία της επιχείρησής του, προσκαλεί στην πόλη μας Γερμανό τεχνικό και εγκαθιστά πρώτος στην πόλη τον «ομιλούντα» κινηματογράφο (λίγο αργότερα θα ακολουθήσει και το «ΚΡΟΝΙΟ»).
Όμως και αυτή η σημαντική καινοτομία που άνοιγε νέους και ακόμη περισσότερο προσοδοφόρους ορίζοντες, δεν απέδωσε καρπούς.
Έτσι από το 1935 και μετά η κινηματογραφική αίθουσα παραμένει ανενεργός και μόνον κατά τη διάρκεια του χειμώνα ανοίγει περιστασιακά για να φιλοξενήσει κάποιες χοροεσπερίδες.
Το κέντρο διασκέδασης «ΔΙΟΝΥΣΙΑ»
Αυτό που εντέλει κράτησε ζωντανή την επιχείρηση μετά το 1935 και μέχρι τον πόλεμο, ήταν η μετατροπή του υπαιθρίου χώρου σε θερινό κέντρο διασκέδασης.
Με πλακόστρωτο δάπεδο, πάλκο για ορχήστρα, σκηνή για παραστάσεις και μεγάλη πίστα χορού στο μέσον του χώρου, το κέντρο αυτό κατέστη σημείο αναφοράς (κυρίως) των αστών της πόλης και δη των πλέον εύπορων εξ’ αυτών.
Στη σκηνή του φιλοξενήθηκαν βαριετέ, ακροβατικά νούμερα, ενώ διάφορα θεατρικά «μπουλούκια», εξ’ Αθηνών ορμώμενα μετέφεραν το κλίμα των αθηναϊκών επιθεωρήσεων.
Ακόμη στο πάλκο του φιλοξενήθηκαν μερικές από τις καλύτερες μουσικές κομπανίες της εποχής, που με τη μουσική τους προσέφεραν μοναδικές καλοκαιρινές βραδιές στους θαμώνες του κέντρου.
Αναφέρονται ακόμη και προσκλήσεις ξένων μπαλέτων που με τις υπέροχες χορευτικές φιγούρες συνέπαιρναν το διψασμένο για θέαμα κοινό της πόλης.
Τα «ΔΙΟΝΥΣΙΑ» από την κατοχή μέχρι το τέλος…
Κατά τη διάρκεια της κατοχής και ενώ οι Βασίλης και Λεωνίδας Παπαντωνίου είχαν εγκαταλείψει την πόλη (διαβλέποντας τα δεινά που θα επέφερε η βουλγάρικη κατοχή) ο κινηματογράφος κυριολεκτικά λεηλατήθηκε, όχι μόνον από τους Βούλγαρους, αλλά και από Έλληνες συνεργάτες τους.
Το 1949 ο Σωτήρης Παπαντωνίου γιος του Βασιλείου, αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να διαμορφώσει τον αύλειο χώρο (εκεί όπου λειτουργούσε στο μεσοπόλεμο το κέντρο διασκέδασης) και να τον μετατρέψει σε θερινό κινηματογράφο. Έτσι κατασκευάζει καμπίνα προβολής, μεγάλη σκηνή και διαμορφώνει κατάλληλα τον περιβάλλοντα χώρο. Τότε φτιάχνεται και η περίφραξη στα εξωτερικά όριά του, με ξύλινα καφασωτά κιγκλιδώματα που συνιστούσαν και το κύριο γνώρισμα των περισσότερων θερινών κινηματογράφων της εποχής εκείνης. Υπολείμματα του συνόλου των παραπάνω κατασκευών διατηρούνται μέχρι και σήμερα.
Όμως και αυτή η προσπάθεια έμεινε ανολοκλήρωτη καθώς ο Βασίλης Παπαντωνίου, αναλαμβάνοντας εκ νέου τα ηνία της επιχείρησης (και παραμερίζοντας στην ουσία τον Σωτήρη) αποφασίζει να λειτουργήσει τον αύλειο χώρο ως υπαίθρια θεατρική σκηνή.
Τα μεγαλύτερα θεατρικά σχήματα της εποχής, καθώς και οι πλέον επώνυμοι ηθοποιοί της αθηναϊκής σκηνής «παρελαύνουν» τους καλοκαιρινούς μήνες από τα «Διονύσια».
Οι Σερραίοι ανταποκρίνονται άμεσα καθώς είναι η πρώτη φορά που τους δίνεται η δυνατότητα να παρακολουθήσουν μία τόσο πλούσια «γκάμα» θεατρικών παραστάσεων, πολλές από τις οποίες αποτελούσαν και κορυφαία θεατρικά γεγονότα.
Χαρακτηριστική του επιπέδου των παραστάσεων είναι μία κριτική του Αν.Τσακιρόπουλου, δημοσιευμένη στα «Σερραϊκά Γράμματα» (άξιο λόγου λογοτεχνικό περιοδικό που κυκλοφόρησε για δύο περίπου χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του 1950). Στην κριτική αυτή εξυμνεί την πρωτοβουλία των «Διονυσίων», αναφερόμενος στην υψηλή ποιότητα των παραστάσεων που φιλοξενεί και στη συνέχεια κάνει ιδιαίτερη μνεία στην εξαιρετική ερμηνεία της Βίλμας Κύρου, αξιολογότατης ηθοποιού, σερραϊκής καταγωγής, που εκείνα τα χρόνια μεσουρανούσε στη θεατρική σκηνή.
Παρ’ όλα αυτά ούτε αυτό το εγχείρημα θα μακροημερεύσει.
Κύρια αιτία το δυσβάστακτο οικονομικό κόστος που είχε η πρόσκληση και φιλοξενία όλων αυτών των θεατρικών σχημάτων. Κόστος δυσθεώρητο που ήταν αδύνατο να καλυφθεί με το αντίτιμο των εισιτηρίων.
Το 1959 η επιχείρηση περιέρχεται οριστικά πλέον στον Σωτήρη Παπαντωνίου, ο οποίος διατηρεί το χαρακτήρα του υπαίθριου θεάτρου, αλλά παράλληλη παίρνει και άδεια λειτουργίας θερινού κινηματογράφου.
Οι πιένες που γνώριζαν τα χρόνια εκείνα οι θερινοί κινηματογράφοι καθιστούν το εγχείρημα βιώσιμο, δίνοντας του έτσι τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί και τις προσκλήσεις θεατρικών σχημάτων.
Η λειτουργία του θερινού κινηματογράφου συνεχίζεται απρόσκοπτα μέχρι το 1972, όταν και κλείνει οριστικά.
Η τηλεόραση έχει πλέον φέρει το θέαμα στο σπίτι του καθενός.
Οι κινηματογράφοι γενικότερα μπαίνουν σε τροχιά παρακμής για να οδηγηθούν σταδιακά στο κλείσιμο.
Οι χώροι που φιλοξενούσαν τις θερινές φαντασιώσεις, κάτω από τον έναστρο ουρανό, με το αγιόκλημα να «κεντά» την όσφρηση είναι πια παρελθόν.
Η χειμερινή αίθουσα των «Διονυσίων» από την απελευθέρωση και μετά ενοικιάστηκε ως αποθηκευτικός χώρος και μόνον μετά από πολλά χρόνια επαναλειτούργησε.
Από το 1972 έως το 1974 ως κέντρο διασκέδασης και μεταπολιτευτικά ως αίθουσα κοινωνικών εκδηλώσεων (κυρίως διαλέξεων). Στη συνέχεια και ενώ οι κινηματογράφοι είχαν καθοδική πορεία, η κινηματογραφική αίθουσα των «Διονυσίων» θα επαναλειτουργήσει με προβολές ταινιών πορνό (στην αρχή παράλληλα με τις πορνοταινίες προβάλλονταν και ταινίες «δεύτερης» προβολής).
Λειτουργώντας ανελλιπώς μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1990 κατάφερε να γίνει ένας από τους μακροβιότερους κινηματογράφους, στο είδος αυτό, στη χώρα μας.
Έτσι κατά ένα περίεργο παιχνίδι της τύχης, αυτό που δεν μπόρεσε να πετύχει (η αίθουσα των «Διονυσίων») όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, το κατάφερε με τον πλέον «ανορθόδοξο» τρόπο. Είναι δε γεγονός, πως οι μνήμες των περισσότερων Σερραίων την εικόνα του πορνοκινηματογράφου έχουν ως εικόνα για τα «Διονύσια» (χαρακτηριστικές ήταν οι πικάντικες αναρτήσεις των υπό προβολή ταινιών στις προθήκες του τοιχίου που περιέβαλε το καφενείο του Κρονίου).
Άλλωστε είναι κοινό μυστικό πως γενιές ολόκληρες «θήτευσαν» στην αίθουσα αυτή, είτε κάνοντας πλάκα είτε ζώντας με το δικό τους τρόπο την «άγουρη» εφηβεία τους.
Το «κεφάλαιο» των πορνοκινηματογράφων της πόλης, παρότι ενδιαφέρον, παραμένει δυστυχώς «αχαρτογράφητο».
Οι λόγοι ευνόητοι…