C
Σέρρες
Δευτέρα 3 Αυγούστου, 2026 03.08.2026
ΕΣΠΑ

Της Ιστορίας μας μνημείο !Ματωμένο , αλλά μνημείο ! Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης

Τι τα θέλεις τούτα και τα σκαλίζεις ;! Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης
Μάρκος Μπόλαρης
Της Ιστορίας μας μνημείο !Ματωμένο , αλλά μνημείο ! Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης

Είχε σκαρφαλώσει στα εκατόν δύο της χρόνια η γραία , σε κοίταζε στα μάτια όταν αφηγούνταν, μα πού κοίταζε , που χανόταν το βλέμμα της, ένας Θεός μόνον ξέρει τι θα κοίταζε,έσιαξε την μαντήλα της , μαύρη θα ήταν μιά φορά, που την άσπριζε ο ήλιος και τα χρόνια τα πολλά της χηρείας, λένε πως , ξεκίνησε να λέει, λένε πως ο πόνος και τα πάθια
τον σοφίζουνε τον γέρμο άνθρωπο, μακάρι, λέω ‘γώ τώρα, μακάρι, μα είδανε πολλά τα μάτια μου , παιδί μου !


Τι τα θέλεις τούτα και τα σκαλίζεις ;!
Τι τα θέλεις ;
Αδέρφια, όχι στα λόγια , αδέρφια,
από την κοιλιά της ίδιας μάνας αδέρφια κυνηγιόντουσαν
στα βουνά , για τις ιδεολογίες , ακούς,
σφαζόντουσαν αδέρφια από αδερφό,
γείτονας από τον γείτονα,
χωριανός από τον χωριανό !
Σταμάτησε.
Χαμηλωμένο το κεφάλι !
Φορτιό βαρύ ωσάν να σήκωνε !
Δεν τόλμησε κανείς να διακόψει τούτη
την βαρυφορτωμένη θύμησες ματωμένες
σιωπή της κυρά Μάρθας !
Ωσάν να πλημμυριζόταν από εικόνες,
από πρόσωπα, από γεγονότα, από κραυγές
ωσάν στο κατώφλι του Άιδη να στεκόταν
με τον Οδυσσέα μαζί , με γυμνό το σπαθί
κι ερχόντουσαν μιά - μιά ψυχές
κι αυτή μ’ ένα νεύμα
τις απόδιωχνε !
Ξανασήκωσε το κεφάλι αργά
μας κοίταξε ,
αλλά είμαι βέβαιος πως δεν μας είδε,
νούς ορά και νούς ακούει,
μας έμαθαν από τους αρχαίους χρόνους
οι Έλληνες ,
αλλού ο νούς της , άλλα βλέπει ,
και χαμηλόφωνα είπε :
Είναι μακριά από δώ «το σφαγείο»,
μακριά ως τρία ως πέντε χιλιόμετρα ,
όμως τις τουφεκιές τις άκουγα ,
και σταυροκοπιόμουν ,
Κυρά Παναγιά, κάνε το έλεος Σου,
πάλιν , σκοτώνουν, πάλιν ,
φύγαν οι οχτροί κι αντίς χορό να στήσουμε
λυσσάξαμε , αλληλοσκοτωνόμαστε,
ξανά εκτελούν , τουφεκιές, ματώνουν
τ’ αφτιά μου ματώνουν,
στες ρεματιές αντιλαλούν , πολλαπλασιάζονται
τουφεκιές , πυροβολισμοί, χουγιαχτά, βόγκοι,
στο βουνό έμενε η κυρά, ένα μαντρί
με κατσίκες στην Ανάληψη , ξωκκλήσι,
πυροβολισμοί , αχολογούν οι γκρεμνοί,
κι ύστερα σιωπή , αποτρόπαιη,
θανατερή σιωπή, ματωμένη ,
ώσπου , ερχόταν το βράδυ,
γιόμιζε ο ουρανός ομορφιά,
την σελήνην και τους αστέρας εις εξουσίαν
της νυκτός, λάμπρυνε ο Θιός την πλάση,
ο αριθμών πλήθη άστρων και πάσιν αυτοίς
ονόματα καλών , καθά ο Δαβίδ ψάλλει,
κι αυτή στες τρείς , με το πρώτου πετεινού
το λάλημα , στες τέσσερες το δεύτερο,
σηκωνόταν να αρχίσει του νοικοκυριού
τες δουλειές, του σπιτιού τη λάτρα,
του κοπαδιού τ’ άρμεγμα ,
και μέσα στη νυχτιά,
στη νυχτιά κατάμεσα,
ένα αγέρι σιγανό κατερχόταν
από του βουνού τις ράχες,
στα φύλλα θρόιζε
σιγομουρμούριζε.
στο καλύβι της
έφτανε ,
κραυγές και βόγγους
έφερνε,
πνεύσει το πνεύμα αυτού,
ψυχές αδικοσκοτωμένες
από τ’ αδερφού το χέρι,
αναστατωνόταν
η κερά Μάρθα,
τόσες ψυχές,
στου ανέμου τες πνοές παραπονεμένες,
ανατρίχιαζε μέσα στη σκοτεινιά ,
όχι , δεν φοβόταν , ένα Κύριε ελέησον,
πάλιν και ξανά έλεγε ,
λυσσάξαμε , Χριστέ μου,
αντί χορό να στήσουμε που έφυγε το κακό,
μέχρι που , ένα γλυκοχάραμα,
την ταγή ετοίμαζε των ζώων,
μιά ξέπνοη φωνή ακούει
Μάρθα ,
θα φαντάζομαι , είπε, ποιός τάχα ,
κάποιος σκοτωμένος περνά
στου αγεριού τες πλάτες
και με φωνάζει,
Μάρθα,
ξανακούγεται η φωνή ,
φαντάζομαι ή μήπως όχι,
Ποιός είναι ,
ρωτά μέσ’ την νυχτιά ,
ο Μήτσος , ο ξάδερφος,
ξιπάστηκε , ο Μήτσος,
που είσαι ,
εδώ ,
πεσμένος ήταν καταγής,
όσες δυνάμεις είχε τες έβαλε ,
σύρθηκε ολονυχτίς , με μόνο Φώς τ’ αστέρια, σηκώθηκε να περπατήσει, δεν μπόρεσε,
έπεσε , ξανά σύρθηκε , οχτώ ώρες , δέκα
ποιός ξέρει ,
τον είχαν εκτελέσει
στο Σφαγείο ,
στη βόρεια ρεματιά κάτω από το αρχηγείο
αλλά η σφαίρα τον πήρε ξώφαλτσα
γλίτωσε και να τώρα
μ’ όση ψυχή του έμεινε,
ήρθε στο μαντρί ,
του έπλυνε την πληγή,
με σπαθόλαδο την καθάρισε,
βγαίνει τούτο το ευλογημένο χόρτο στα Κρούσια, τέλη του Ιούνη ανθίζει τις ταξιανθίες με τα κίτρινα άνθια του, τότες το μαζεύουμε για την παρασκευή
του σπαθόλαδου ,
του έδεσε την πληγή με καθαρό πανί ,
τον τάγισε κι ύστερα σ’ ένα σπηλιαράκι του βουνού
κοντά στο μαντρί μα άγνωστο στους περαστικούς
τον έκρυψε από τους διώκτες του .
Την πιό άλλη μέρα
που του πήγε, αφότου νύχτωσε, το φαγί
της εξομολογήθηκε ο Μήτσος :
Τον περασμένο χειμώνα ένα βράδυ,
ψιλόβρεχε, στους δρόμους του χωριού μας,
είδα ένα άνθρωπο να πορπατεί,
ξένος ήταν, φανερό ότι δεν είχε
που να σταθεί, που να πάει ,
που να κοιμηθεί,
τον πήρα στο σπίτι , από τα φαγί μας έφαγε,
στον οντά μας κοιμήθηκε,
το πρωί , όντες κίνησε να φύγει,
μιά φούχτα το έδωσα στάρι,
στο δρόμο κάτι να έχει να φάει,
έφυγε, δεν τον ξαναείδα ποτές,
παρά μόνον εχτές το πρωί
που μας στήσαν στο απόσπασμα απέναντι,
αλήθεια είναι πως έχουν ένα μέρος
που το λεν σφαγείο,
Χριστέ μου, για ανθρώπους ένα σφαγείο,
λυσσάξαμε οι αδερφοφάδες,
παρά μόνον εχτές ,
πού στάθηκε το εκτελεστικό απόσπασμα
απέναντί μας
τον είδα κατά πρόσωπο ,
με είδε ,
στα μάτια με είδε ,
πυρ ,
με πυροβόλησε ,
αλλά θελημένα με πήρε ξόφαλτσα,
με πυροβόλησε ,
αλλά γιά το έλεος μιας χούφτας στάρι
μ’ άφησε να ζήσω ,
Μάρθα !
Είμαστε χτές στα Κρούσια προσκυνητές
σε τόπους ιστορικούς ,
τόπους ματωμένους ,
στέκει ακόμη στη θέση του το Αρχηγείο
του Δημοκρατικού Στρατού,
σκοπιές και φυλάκια, καλύβες στρατωνισμού
και καλύβες διοίκησης, θέσης άμυνας ,
θέσεις όπλων, δέντρα ανάμεσα ,
το πηγάδι του νερού , μάλλον στέρνα ,
σε ένα μοναδικά προνομιακό σημείο,
όλον τον νομό Σερρών εποπτεύει και τον νομό Κιλκίς, μέχρι μέσα στη Βουλγαρία βλέπει
και τα Σκόπια, βίγλα πραγματική ,
αρχηγείο των τοπικών επιχειρήσεων,
άνδρες περήφανοι , ανεβοκατέβαιναν,
με αμπέχονα, με δίκωχα, γενειοφόροι ,
άλλοι οπλισμένοι στες σκοπιές,
διαταγές ακούγονταν, κάλεσμα σάλπιγγας,
επόπτευση με τα κιάλια, ένας ασύρματος ,
δυό πολυβόλα, κιβώτια πυρομαχικά, μαγειρεία, καζάνια, κονσέρβες, στου βουνού τες ράχες ,
όλα τούτα για ένα πιστεύω,
για την δικαιοσύνη , ανυπόταχτοι,
σκορπίσαν μετά στους πέντε ανέμους,
άλλοι στη Γιουγκοσλαβία κι άλλοι στην Ουγγαρία,
άλλοι στη Σοβιετική Ένωση κι άλλοι στην Πολωνία,
στα δύσκολα μιάς άλλης πραγματικότητας,
μέχρι να έρθει ο Αντρέας για να κηρύξει
την Εθνική Συμφιλίωση ,
οι υλοτόμοι , της μνήμης φύλακες,
και Σύ , Λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωρωπό,
του τοπικού δασικού συνεταιρισμού
οι υλοτόμοι που το βουνό πλιό καλά
από το σπίτι τους γνωρίζουν,
εδώ η νερομάννα, εκεί το σπήλαιο της Αγιά Ειρήνης,
εκεί των αγριογούρουνων το πέρασμα,
τα ζαρκάδια εδώ , νά τα ,
μας πήγαν μέσα από αδιάβατα μονοπάτια
του βουνού , τα βήματα των ανταρτών ακολουθώντας
του Δημοκρατικού Στρατού,
στην οχυρωμένη κορφή ,
περπατώ , ανηφορίζω , ιδρώνω και βλέπω
με της ιστορίας τα μάθια, την αχλύ
παραμερίζοντας ογδόντα χρόνων,
στην οχυρή τούτη βίγλα
στο Μαυροβούνι,
στα αδιάβατα της ματωμένης ιστορίας μας
τα μονοπάτια μας χειραγώγησαν ,
ογδόντα χρόνους ύστερα
από τον Εμφύλιο,
να ιδούμε
το Αρχηγείο της περιοχής , τα ερειπωμένα
κτίρια , τους αδιάψευστους μάρτυρες
μιάς ματωμένης ιστορίας,
που καιρός είναι να την
αντικρίσουμε κατάματα,
ο Καζαντζάκης όντες μας κάλεσε να ιδούμε
την αλήθεια τυφλωμένοι από μίσος είμαστε,
γιαυτό και το βραβείο Νόμπελ για το οποίο είχε προταθεί , η μαμά Ελλάς παρενέβη
και του το στέρησε,
καιρός είναι , τούτο τον τόπο στα Κρούσια ,
τούτο το στρατόπεδο του Δημοκρατικού Στρατού
στο Μαυροβούνι ,
ως Τόπο Μνήμης
να ανακηρύξουμε,
τόπο της ματωμένης ιστορικής μνήμης
του Εμφυλίου Πολέμου,
ως δίδαγμα αποτρόπαιο για τις γενιές
που έρχονται !
Αληθείας ένεκεν !
Κι είναι δική μας , ολόδική μας ,
η ευθύνη , των τοπικών εννοώ ,
τούτη τη μνήμη να διασώσουμε
αφού , όπως μας έμαθε ο Διονύσιος Σολωμός,
Εθνικό είναι ότι είναι Αληθινό !
Με την σοβαρότητα, την ευαισθησία ενεργώντας
και την εμπειρία που μας εξασφαλίζουν
οι οχτώ δεκαετίες που μεσολάβησαν !

Loader