C
Σέρρες
Τρίτη 10 Μαρτίου, 2026 10.03.2026
ΕΣΠΑ

Αμφίπολη και Στρυμόνας: τι πραγματικά λέει ο Θουκυδίδης

Γράφει η Πόπη Χαριτωνίδου - Γαρούφα για την Αμφίπολη και τον ποταμό Στρυμόνα και τι πραγματικά λέει ο Θουκυδίδης
Αμφίπολη και Στρυμόνας: τι πραγματικά λέει ο Θουκυδίδης

Στο πλαίσιο της φετινής παρουσίασης του συνεδρίου «Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη 38» (ΑΕΜΘ 38), ο καθηγητής Βελένης διατύπωσε ορισμένες θέσεις σχετικά με την τοπογραφία και την οχύρωση της Αμφίπολης, επιχειρώντας παράλληλα να εντάξει σημαντικές φάσεις της πόλης και κατ’ επέκταση μνημεία όπως ο Τύμβος Καστά, στην εποχή του Φιλίππου Ε΄.

Η προσπάθεια αυτή φαίνεται να εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση της πρόσφατης βιβλιογραφίας να συνδέονται μεγάλα μνημεία της Αμφίπολης με τον Μακεδόνα βασιλιά. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί μια βασική ιστορική διάκριση: γνωρίζουμε κατά πάσα πιθανότητα ότι ο Φίλιππος Ε΄ πέθανε στην Αμφίπολη, αλλά δεν υπάρχει καμία αρχαία πηγή που να αναφέρει ότι τάφηκε εκεί.

Η επισήμανση αυτή δεν είναι λεπτομέρεια, είναι κρίσιμη για να αποφευχθεί η ερμηνευτική πίεση να προσαρμόζονται τα αρχαιολογικά δεδομένα σε μια προϋπάρχουσα ιστορική υπόθεση.

Με αυτή τη μεθοδολογική επισήμανση ως αφετηρία, αξίζει να εξεταστούν πιο προσεκτικά ορισμένες από τις ερμηνείες που παρουσιάστηκαν, ιδίως εκείνες που αφορούν την τοπογραφία της πόλης και την ανάγνωση των χωρίων του Θουκυδίδη.

Το ζήτημα της χρονολόγησης του εξωτερικού περιβόλου

popi-haritonidou-garoufa-amfipoli-strimonas2.jpg

Η σύνδεση της κατασκευής του εξωτερικού περιβόλου με τον Φίλιππο Ε΄ παρουσιάζει αρκετά προβλήματα.

α) Ιστορικό πρόβλημα

Ο Φίλιππος Ε΄ δεν είχε λόγο να επιλέξει την Αμφίπολη ως κύρια έδρα για τα τελευταία του χρόνια.
Η βασιλική διοίκηση παρέμενε στη Πέλλα.

β) Στρατηγικό πρόβλημα

Τον 3ο αιώνα π.Χ. οι κύριες συγκρούσεις της Μακεδονίας δεν ήταν ακόμη με τους Ρωμαίους, αλλά κυρίως με τους Αιτωλούς, τους Δαρδάνους και γενικότερα με άλλα ελληνιστικά βασίλεια.

Άρα η εξήγηση ότι η οχύρωση έγινε λόγω ρωμαϊκής απειλής είναι μάλλον αναχρονιστική.

γ) Αρχαιολογικό πρόβλημα

Το έμπλεκτο σύστημα δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα ύστερης ελληνιστικής περιόδου.

Παραλλαγές του χρησιμοποιούνται ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ. σε αρκετές οχυρώσεις.

Η τοπογραφία της Αμφίπολης και η προβληματική αναπαράστασή της

Η συζήτηση για την οχύρωση και την τοπογραφία της Αμφίπολης δεν μπορεί να γίνει χωρίς προσεκτική ανάγνωση των αρχαίων πηγών, και κυρίως του Θουκυδίδη, ο οποίος αποτελεί τον βασικότερο και σχεδόν σύγχρονο μάρτυρα για τη μορφή της πόλης κατά τον 5ο αιώνα π.Χ.

Στο γνωστό χωρίο (Θουκυδίδης IV, 102), ο ιστορικός αναφέρει ότι ο Στρυμόνας «περιρρεῖ σχεδόν τι πᾶσαν τὴν πόλιν», δηλαδή ότι ο ποταμός περιβάλλει σχεδόν ολόκληρη την Αμφίπολη.

Η διατύπωση αυτή είναι εξαιρετικά συγκεκριμένη: η πόλη βρίσκεται μέσα σε μεγάλη καμπή του ποταμού, όχι όμως σε νησί.

Η γεωμορφολογία της περιοχής επιβεβαιώνει την περιγραφή αυτή.

Η Αμφίπολη αναπτύχθηκε πάνω σε λόφο που εισχωρεί μέσα στον μαιανδρισμό του Στρυμόνα, δημιουργώντας μια φυσικά προστατευμένη χερσόνησο.

Το μοναδικό σημείο σύνδεσης με τη στεριά ήταν ένας στενός ισθμός προς τα δυτικά, γεγονός που εξηγεί και την στρατηγική σημασία της ξύλινης γέφυρας που έφερε στο φως η ανασκαφή του Δημήτρη Λαζαρίδη.

Η γέφυρα αυτή δεν οδηγούσε σε κάποιο νησί, αλλά αποτελούσε τον έλεγχο της κύριας διάβασης προς τον ισθμό της πόλης.

Σε ορισμένες σύγχρονες αναπαραστάσεις, όμως, η Αμφίπολη παρουσιάζεται σχηματικά ως πλήρως περικλεισμένη από δύο κλάδους του Στρυμόνα, σχεδόν ως νησί. Μια τέτοια απεικόνιση δημιουργεί μια παραπλανητική εικόνα της αρχαίας τοπογραφίας.

Αν η πόλη ήταν πράγματι αποκομμένη μέσα σε δύο πλήρεις ροές του ποταμού, τότε η στρατιωτική αφήγηση του Θουκυδίδη για τη διάβαση του Βρασίδα θα ήταν πολύ διαφορετική.

Ο ίδιος ο ιστορικός, ωστόσο, περιγράφει μια διάβαση από τη γέφυρα προς την πόλη και αναφέρει ότι εκείνη την εποχή «οὐ καθείτο τείχη ὥσπερ νῦν», δηλαδή ότι στο σημείο της διάβασης δεν υπήρχε ακόμη η οχύρωση που υπήρχε όταν έγραφε το έργο του.

Το χωρίο αυτό δείχνει με σαφήνεια ότι η διάβαση αποτελούσε κρίσιμο στρατηγικό σημείο και ότι η οχύρωσή της έγινε μεταγενέστερα.

Δεν προκύπτει όμως από πουθενά ότι η πόλη βρισκόταν σε νησί ή ότι η τοπογραφία της αντιστοιχούσε σε διπλή ποτάμια ροή που την απομόνωνε πλήρως.

Αντίθετα, η εικόνα που προκύπτει τόσο από το κείμενο όσο και από τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι αυτή μιας πόλης που εκμεταλλεύεται τον μεγάλο μαιανδρισμό του Στρυμόνα για φυσική άμυνα, αλλά διατηρεί σαφή χερσαία σύνδεση μέσω του ισθμού.

Η ακριβής κατανόηση αυτής της τοπογραφίας δεν αποτελεί απλώς ζήτημα χαρτογραφικής λεπτομέρειας.

Επηρεάζει άμεσα την ερμηνεία των οχυρώσεων, των στρατιωτικών κινήσεων που περιγράφονται στις πηγές, αλλά και τη χρονολόγηση των μεγάλων κατασκευαστικών φάσεων της πόλης.

Όταν η αρχική γεωγραφική εικόνα αλλοιώνεται, έστω και σχηματικά, είναι εύκολο να οδηγηθεί κανείς σε ερμηνευτικά συμπεράσματα που δεν συμβαδίζουν με τα ιστορικά δεδομένα.

Η υπόθεση της αλλαγής της κοίτης του Στρυμόνα

Η πρόταση ότι η ένωση των δύο ροών του Στρυμόνα έγινε μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί χωρίς γεωμορφολογικά δεδομένα.

Οι ποτάμιες μεταβολές:

συνήθως συμβαίνουν σταδιακά,
και μπορεί να έχουν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.

Χωρίς γεωαρχαιολογική μελέτη, η χρονολόγηση αυτής της μεταβολής παραμένει υποθετική.

«Τεῖχος μακρόν ἀπολαβών ἐκ ποταμοῦ»: το πρόβλημα της ερμηνείας

Κομβικό σημείο στη συζήτηση για την οχύρωση της Αμφίπολης αποτελεί η φράση του Θουκυδίδη «τεῖχος μακρόν ἀπολαβών ἐκ ποταμοῦ». Η ερμηνεία της φράσης αυτής έχει χρησιμοποιηθεί για να υποστηριχθούν διαφορετικά τοπογραφικά μοντέλα της πόλης.

Ωστόσο, η γλωσσική και ιστορική ανάλυση του χωρίου απαιτεί προσοχή.

Η λέξη «μακρόν» στην αρχαία ελληνική στρατιωτική ορολογία δεν χρησιμοποιείται για να δηλώσει απλώς έναν περίβολο μεγάλης έκτασης, αλλά συχνά ένα εκτεταμένο γραμμικό οχυρωματικό έργο.

Η χρήση της θυμίζει άλλες γνωστές περιπτώσεις, όπως τα Μακρά Τείχη της Αθήνας, όπου ο όρος δηλώνει μια επιμήκη κατασκευή που συνδέει στρατηγικά σημεία. Συνεπώς, η φράση δεν επιβάλλει την ερμηνεία ενός πλήρους περιβόλου που περιλαμβάνει όλη την πόλη.

Το ίδιο ισχύει και για τη διατύπωση «ἀπολαβών ἐκ ποταμοῦ».

Η έκφραση αυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το τείχος εκτείνεται από τη μία ροή του ποταμού στην άλλη, όπως έχει υποστηριχθεί, αλλά ότι εκκινεί από τον ποταμό ή αποκόπτει χώρο σε σχέση με αυτόν.

Πρόκειται για μια περιγραφή που ταιριάζει περισσότερο σε ένα οχυρωματικό σκέλος που αξιοποιεί το φυσικό εμπόδιο του ποταμού ως μέρος της άμυνας.

Η ερμηνεία αυτή συνάδει καλύτερα και με την τοπογραφία της περιοχής.

Σε μια πόλη που βρίσκεται μέσα σε μεγάλο μαιανδρισμό του Στρυμόνα, είναι εύλογο το τείχος να ξεκινά από τον ποταμό και να εκτείνεται κατά μήκος του ισθμού που συνδέει τη χερσόνησο της πόλης με τη στεριά.

Ένα τέτοιο οχυρωματικό έργο θα είχε ακριβώς τον σκοπό να κλείσει το μοναδικό ευάλωτο σημείο πρόσβασης.

Η ανάγνωση αυτή ενισχύεται και από την περιγραφή της επίθεσης του Βρασίδα.

Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Σπαρτιάτες πέρασαν από τη γέφυρα και κατέλαβαν «τὰ ἔξω τῶν Ἀμφιπολιτῶν οἰκούντων», δηλαδή τις κατοικίες που βρίσκονταν έξω από τον κύριο οχυρωμένο πυρήνα της πόλης.

Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η Αμφίπολη διέθετε έναν κεντρικό οχυρωμένο χώρο, ενώ υπήρχαν και προαστιακές εγκαταστάσεις εκτός των τειχών, ένα φαινόμενο εξαιρετικά συνηθισμένο στον αρχαίο ελληνικό αστικό χώρο.

Κατά συνέπεια, η φράση του Θουκυδίδη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για ένα συγκεκριμένο τοπογραφικό μοντέλο που μετατρέπει την πόλη σε πλήρως απομονωμένη νησίδα μέσα στον ποταμό ή που προϋποθέτει έναν ιδιαίτερα εκτεταμένο εξωτερικό περίβολο από τόσο πρώιμη εποχή.

Αντίθετα, η προσεκτική ανάγνωση του κειμένου οδηγεί σε μια πιο συνεπή εικόνα: η Αμφίπολη ήταν μια πόλη χτισμένη σε φυσικά οχυρωμένη χερσόνησο, της οποίας η άμυνα συμπληρωνόταν από τεχνητά τείχη στα σημεία όπου το φυσικό ανάγλυφο δεν επαρκούσε.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης, διότι από την ερμηνεία της συγκεκριμένης φράσης εξαρτώνται ευρύτερα συμπεράσματα για τη μορφή των οχυρώσεων και για τις οικοδομικές φάσεις της πόλης.

Όταν μια μεμονωμένη γλωσσική λεπτομέρεια χρησιμοποιείται για να υποστηρίξει ένα εκτεταμένο ιστορικό σενάριο, η φιλολογική ακρίβεια γίνεται καθοριστική.

Και στην περίπτωση αυτή, η μαρτυρία του Θουκυδίδη επιτρέπει σαφώς λιγότερες βεβαιότητες απ’ όσες συχνά επιχειρείται να της αποδοθούν.

Υ.Γ.
Η παρούσα τοποθέτηση περιορίζεται αποκλειστικά στην απάντηση ορισμένων επιχειρημάτων που διατυπώθηκαν από τον καθηγητή Βελένη στην παρουσίασή του στο ΑΕΜΘ 38, και συγκεκριμένα σε όσα αφορούν την ερμηνεία του χωρίου του Θουκυδίδη για το «τεῖχος μακρόν» και την τοπογραφία της Αμφίπολης σε σχέση με τον περιρρέοντα Στρυμόνα.

Σε επόμενη ανάρτηση θα παρουσιαστούν αναλυτικότερα και άλλα σημεία της τοποθέτησής του, όπως η άποψή του για τη θέση του Λέοντος της Αμφίπολης, καθώς και η ερμηνεία του Τύμβου Καστά ως φρυκτωρίας.

Loader