"Αναμνήσεις και βιώματα" του Παναγιώτη Κρουσόβαλη - ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΡΡΩΝ

"Αναμνήσεις και βιώματα" του Παναγιώτη Κρουσόβαλη ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΡΡΩΝ
Όταν, λοιπόν, ήλθε η στιγμή να βομβαρδίσουμε τους Γερμανούς, ήταν η πρώτη φορά που θα ρίχναμε στ’ αληθινά. Πρώτος έβαλε με το πυροβόλο του, ο φίλος μου, Φώτης Δήμου. Θέλεις, όμως, από έλλειψη πρακτικής εκπαίδευσης, θέλεις από την πίεση των εξαιρετικά κρίσιμων εκείνων στιγμών, έκανε λάθος στην σκόπευση, και η πρώτη οβίδα που έριξε έσκασε σε ελάχιστη απόσταση από το πυροβόλο, ξερίζωσε ένα δέντρο, ενώ από τα θραύσματά της, τραυμάτισε στα πλευρά και τον ίδιο, ο οποίος σωριάσθηκε αναίσθητος.
Ξαναρώτησα τον Λοχαγό πεζικού να μου περιγράψει όσο καλύτερα μπορούσε την ακριβή θέση των Γερμανών, ενώ άκουγα τον Ανθυπολοχαγό Αδάκτυλο να διατάσσει:
«Δεκανέα, να γίνει χρήση εγκαιροφλεγών οβίδων». Εγκαιροφλεγείς είναι οι οβίδες, οι οποίες εκρήγνυνται στον αέρα, σε μικρή απόσταση από το έδαφος και οι μύδροι που περιέχουν πέφτουν σαν βροχή πάνω στους επιτιθέμενους.
Σκόπευσα, παίρνοντας τα σταθερά σημεία και στηριζόμενος στις πληροφορίες του Λοχαγού Πεζικού και έριξα την πρώτη οβίδα, με τους (360) μύδρους. Ελάχιστα δευτερόλεπτα, μετά την πτώση της πρώτης αυτής οβίδας, ακούσαμε ξαφνικά στον ασύρματο του ουλαμού την φωνή ασυρματιστή κάποιου οχυρού, που είχε οπτική επαφή με την θέση των Γερμανών. Ο ασυρματιστής έλεγε ότι είχαμε βρει το κέντρο του στόχου και μας καλούσε να συνεχίσουμε τις βολές.
Για ελάχιστα δευτερόλεπτα κοιταχτήκαμε χωρίς να μιλάμε και ύστερα αρχίσαμε να βομβαρδίζουμε όσο γρηγορότερα μπορούσαμε.
Τους ρίξαμε άλλες 35 εγκαιροφλεγείς οβίδες των (360) μύδρων ή κάθε μία.

Οι απώλειες των Γερμανών τους ανάγκασαν να σταματήσουν σε εκείνο τουλάχιστο το σημείο. Είχαμε ένα στρατιώτη από την Πρώτη Σερρών, Δημήτριος Καμπάκης το όνομά του, κοντόσωμος αλλά εξαιρετικά δυνατός. Αρπάζει το μοναδικό μας πολυβόλο και ένα κιβώτιο με ταινίες από σφαίρες και πήγε μόνος να βρει καλό σημείο για να βάλλει κατά των Γερμανών. Εκείνες τις στιγμές είχαμε χάσει κάθε αίσθημα φόβου, ακόμη και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, και ο μοναδικός σκοπός μας ήταν να μην περάσουν οι Γερμανοί, έστω και αν έπρεπε να πεθάνουμε όλοι.
Όλη αυτή την ώρα ο φίλος μου ο Φώτης Δήμου βρίσκονταν αναίσθητος στο έδαφος, αιμορραγώντας συνέχεια.
Όταν σταμάτησε ο βομβαρδισμός τον πλησίασα, δεν με κατάλαβε στην αρχή, θυμάμαι ότι το αίμα, αφού πότισε το παντελόνι του, είχε γεμίσει το ένα του άρβυλο και είχε πλέον πήξει. Ξήλωσα μια παλαιά πόρτα, από ένα παρακείμενο μαντρί ζώων και αφού τον τοποθετήσαμε πάνω σε αυτή, τον μεταφέραμε με τα πόδια σε κάποιο σημείο του βουνού, όπου μπορούσε να πλησιάσει αυτοκίνητο. Εκεί τον φορτώσαμε σε ένα μικρό φορτηγό που τον μετέφερε στο Νοσοκομείο της Δράμας. Τελικά, επέζησε, έγινε εντελώς καλά και μετά το 1950 ήλθε και με βρήκε δυο φορές στο χωριό μου.
Εκεί κοντά λειτουργούσε τότε ένα Μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, σήμερα είναι εγκαταλελειμμένο. Ο Ηγούμενος του Μοναστηριού, ειδοποίησε τον Ανθυπολοχαγό Αδάκτυλο, ότι ένα παιδί που έβοσκε τα ζώα της Μονής, είδε σε μικρή απόσταση από τις θέσεις των πυροβόλων μας Γερμανούς στρατιώτες, τους οποίους υπολόγιζε σε εκατό με διακόσιους.
Ίσως, να ήταν τα υπολείμματα των δύο ταγμάτων που είχαμε βομβαρδίσει, ενώ κάποιοι δικοί μας έκαναν λόγο για αλεξιπτωτιστές. Δεν μπορώ με βεβαιότητα να υποστηρίξω κάποια από τις δύο απόψεις.
Ο Ανθυπολοχαγός έκρινε ότι θα έπρεπε αντί να τους περιμένουμε να μας επιτεθούν, να τους αναζητήσουμε. Δημιούργησε ένα απόσπασμα από (25) στρατιώτες, οι περισσότεροι επιστρατευμένοι, διαφόρων ηλικιών, με έθεσε επικεφαλής και ξεκινήσαμε να βρούμε τους Γερμανούς.
Σε ένα μέρος δυσπρόσιτο, με τα πουρνάρια και τους θάμνους τόσο μεγάλα και πυκνά, που δεν σου επέτρεπαν να προχωρήσεις, και την ομίχλη να έρχεται και να φεύγει κατά κύματα, πραγματικά προβληματιζόμουνα για την επιτυχία της επιχείρησης. Είχα δώσει εντολή στους στρατιώτες να μην πυροβολήσει κανένας αν δεν πυροβολήσω πρώτος εγώ, εκτός από άμεση ανάγκη. Ήθελα έτσι να αποφύγω τον πρώτο άσκοπο πυροβολισμό που θα πρόδιδε την θέση μας στους Γερμανούς, την πραγματική δύναμη των οποίων δεν γνωρίζαμε.
Καθώς προχωρούσα μπροστά, είχα ένα στρατιώτη, τον οποίο επέμενα να προχωράει δίπλα μου. Τον έλεγαν Ρουμελιώτη και επειδή ήταν σχεδόν σαραντάρης, οι νεότεροι τον φώναζαν Γέρο – Ρουμελιώτη.
Στο παρελθόν είχε αρκετές φορές κάνει φυλακή για διάφορα αδικήματα και ήταν χαρακτήρας εριστικός και έτοιμος κάθε στιγμή να τραβήξει το μαχαίρι που πάντα είχε πάνω του. Οι Αξιωματικοί μου είχαν πει από καιρό να τον προσέχω. Καθώς, λοιπόν, προχωρούσαμε, σε κάποιο αραίωμα της ομίχλης ξεχωρίσαμε να κινείται ένας Γερμανός.
Πριν προλάβω να ειδοποιήσω τους άλλους, ο Ρουμελιώτης σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε. Αμέσως είδαμε πολλούς Γερμανούς να πετάγονται μέσα από τα πουρνάρια, να πυροβολούν εναντίον μας στα τυφλά και να προσπαθούν να διαφύγουν. Οι περισσότεροι, επωφελούμενοι της ομίχλης, σκόρπισαν στις γύρω χαράδρες, οι πιο ψύχραιμοι από αυτούς σε μία ομάδα άρχισαν να κατηφορίζουν χαμηλότερα καταδιωκόμενοι από εμάς. Για κακή τους τύχη κατέληξαν σε ένα ξέφωτο, όπου ήταν τα υπαίθρια μαγειρεία του Στρατού μας.
Οι μάγειροι άφησαν τις κουτάλες και πήραν τα όπλα, κάτι παμπάλαια τουφέκια των Βαλκανικών Πολέμων, για να αντιμετωπίσουν τους επιτιθέμενους, όπως στην αρχή νόμισαν, Γερμανούς. Ταυτόχρονα καταφτάσαμε τρέχοντας και εμείς.
Οι Γερμανοί παραδόθηκαν. Ο στρατιώτης Ρουμελιώτης έβγαλε το μαχαίρι και άρχισε να κινείται απειλητικά προς ένα Γερμανό υπαξιωματικό, ενώ ταυτόχρονα με βαριά μάγκικη φωνή του έλεγε: «γιατί ρε ήρθατε στην πατρίδα μας, αφού δεν σας καλέσαμε»; Αμέσως μετά μου εξήγησε ότι δεν ήθελε να του κάνει κακό, αλλά μόνο να τον τρομάξει.
Ο Γερμανός, που θα έπρεπε πραγματικά να φοβήθηκε, απέφυγε τον Ρουμελιώτη και άρχισε να προχωρά βιαστικά προς εμένα. Καθώς με πλησίαζε τον είδα να ξεκουμπώνει την τσέπη του στήθους και να βγάζει το πορτοφόλι του. Αναρωτήθηκα, τι άραγε προσπαθεί να κάνει; Τελικά, έβγαλε και μου έδειξε μια φωτογραφία στην οποία απεικονίζονταν ο ίδιος, η γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκα έναν μάγειρα από τα χωριά της Καβάλας ή της Ξάνθης, ο οποίος κάτι έλεγε στα Γερμανικά.
Ήταν στρατιώτης στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε συλληφθεί τότε από τους Γερμανούς και είχε «φιλοξενηθεί» σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Γερμανία και είχε μάθει κάτι λίγα Γερμανικά. Μέσω αυτού δήλωσα στον Γερμανό υπαξιωματικό να μην φοβάται, γιατί εμείς οι Έλληνες δεν σκοτώνουμε αιχμαλώτους.
Αναθάρρησε και αφού με χαιρέτησε στρατιωτικά επέστρεψε κοντά στους δικούς του. Κάποιος άλλος όμως Γερμανός, πολύ πιο ψύχραιμος, μας είπε: «είστε παλληκάρια», ενώ ταυτόχρονα έσφιγγε τη δεξιά γροθιά του για να δώσει έμφαση στα λόγια του και συνέχισε: «αλλά πόσο ακόμα θα αντέξετε, δύο – τρεις ημέρες, ύστερα… καπούτ». Οι αιχμάλωτοι Γερμανοί, πρέπει να ήταν γύρω στους είκοσι.
Προωθήθηκαν στην πόλη της Δράμας και εμείς επιστρέψαμε στα πυροβόλα μας. Φθάνοντας εκεί μου ανακοίνωσε ο Ανθυπολοχαγός Αδάκτυλος ότι ο Υπολοχαγός Χατζηπέτρος, που συνέχιζε να παραμένει μόνος του στο αυτοσχέδιο παρατηρητήριό του, με ζήτησε μέσω του ασυρμάτου ονομαστικά, να πάω να τον φέρω πίσω.
Απάντησα ότι θα πάω μόνος μου, για να περάσω έτσι ευκολότερα ανάμεσα από τις θέσεις των Γερμανών. Ο Ανθυπολοχαγός επέμενε να πάρω μαζί μου έναν τουλάχιστο στρατιώτη, πράγμα το οποίο και έκανα. Φορτωθήκαμε χειροβομβίδες και αρκετές σφαίρες και ξεκινήσαμε. Προχωρούσαμε άλλοτε σκυφτοί, και άλλοτε έρποντας, ακολουθώντας το τηλεφωνικό καλώδιο που είχε απλώσει ο Υπολοχαγός. Κάποιες φορές περάσαμε δίπλα από ομάδες Γερμανών στρατιωτών που είχαν διασκορπιστεί μέσα στα βουνά.
Όταν εντοπίσαμε και πλησιάσαμε τον Υπολοχαγό μας, ήταν ήδη νύχτα. Προτιμήσαμε να περιμένουμε εκεί γιατί το σκοτάδι της νύχτας και η ομίχλη δεν μας επέτρεπε να δούμε ούτε στο ένα μέτρο. Όταν άρχισε να χαράζει η επόμενη μέρα, πήραμε οι τρεις, πλέον, τον δρόμο της επιστροφής και με τη βοήθεια του Θεού φτάσαμε χωρίς κανένα απρόοπτο στα πυροβόλα μας. Στις 10Απριλίου 1941 μάθαμε ότι είχε υπογραφεί συνθηκολόγηση. Ύστερα από αυτό, άλλοι με τα λίγα αυτοκίνητα που υπήρχαν, άλλοι με τα πόδια επιστρέψαμε στην πόλη της Δράμας. Εκεί είχε ήδη αρχίσει η διάλυση του στρατού.
Οι περισσότεροι στρατιώτες είχαν ήδη ξεκινήσει κατά ομάδες να επιστρέφουν με τα πόδια στους τόπους καταγωγής των. Εγώ όταν έφτασα στο χωριό μου, βρήκα τους γονείς μου και τα μικρότερα αδέλφια μου να φιλοξενούν ένα στρατιώτη από την Λήμνο, ο οποίος είχε φτάσει ως εκεί με τα πόδια, μετά τη συνθηκολόγηση.
Την επόμενη ημέρα έφυγε και ποτέ δεν μάθαμε αν τα κατάφερε να φτάσει στο νησί του. Ύστερα από ένα ολόκληρο μήνα έφθασε, από το μέτωπο της Αλβανίας πεζός, ο αδελφός μου Κρυστάλλης και άλλοι συγχωριανοί μας. Μερικοί, δυστυχώς, δεν γύρισαν ποτέ, αφού άφησαν την τελευταία τους πνοή στα πεδία των μαχών. Από τους τελευταίους που επέστρεψαν ήταν ο άνδρας της αδελφής μου, ο Αχιλλέας Γκεμίσογλου. Ήλθε κουταίνοντας, αφού και τα δυο του πόδια είχαν πάθει κρυοπαγήματα. Αργότερα έπαθε γάγγραινα και οι γιατροί αναγκάστηκαν να του κόψουν και τα δυο πόδια.
Ύστερα από χρόνια, στην δεκαετία του 1980 αλλά και αργότερα, επισκέφτηκα πολλές φορές, στην επέτειο της μάχης των οχυρών, το οχυρό Λισσέ. Ανεβήκαμε ακόμη και στο βουνό, ανάμεσα Καλαπότι και Κάτω Βροντού. Ξανάφερα στη μνήμη μου και πραγματικά ξανάζησα όλες εκείνες τις μεγαλειώδεις αλλά και τραγικές στιγμές.
Είδα από κοντά τους παλαιούς μας αντιπάλους, γέροντες πια, που και αυτοί έρχονται στα οχυρά της γραμμής Μεταξά, για να τιμήσουν τους δικούς τους νεκρούς αλλά και τους γενναίους Έλληνες αντιπάλους τους. Ποτέ δεν είχα την γνώμη ότι έκανα κάτι σημαντικό για την Πατρίδα μου, ίσα – ίσα μάλιστα θα έλεγα ότι πρόσφερα σ’ αυτήν το ελάχιστο από όσο της αξίζει πραγματικά. Αν κάποιοι πρόσφεραν πραγματικά στην Ελλάδα είναι όλοι αυτοί που σκοτώθηκαν στις μάχες και οι άλλοι που γύρισαν σακάτηδες.
…………………………..
'' Ό Παναγιώτης Κρουσόβαλης ήταν μέλος τού Πανελληνίου Συνδέσμου Πολεμιστών τών Οχυρών Μακεδονίας - Θράκης, Παράρτημα Κοινότητας Οχυρού [Δράμας]. Τού απονεμήθηκε τό Μετάλλιο τού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί είναι ό Πατέρας τού καταγομένου από τήν Κρηνίδα Αμφιπόλεως Σερρών Αλεξάνδρου Κρουσόβαλη, Αστυνομικού Διευθυντή ε.α. ''

