Δημογραφικό: Εκπέμπει η Ελληνική περιφέρεια σήμα κινδύνου
Η Ελλάδα μικραίνει και γερνάει και το αποτύπωμα της δημογραφικής κρίσης γίνεται ολοένα πιο έντονο στην περιφέρεια, με τις γεννήσεις να υποχωρούν, τους θανάτους να αυξάνονται και ο νεότερος πληθυσμός να περιορίζεται, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που αφήνει ολόκληρες περιοχές με όλο και λιγότερα παιδιά.
Τα νεότερα στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών αποτυπώνουν με αριθμούς το μέγεθος της αλλαγής, καθώς από περίπου 148.000 γεννήσεις κατά μέσο όρο την περίοδο 1979-1980, η Ελλάδα έφτασε στις μόλις 67.000 το 2024-2025, ενώ την ίδια στιγμή, η ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν το πρώτο ή τα επόμενα παιδιά έχει αυξηθεί σημαντικά.
Το πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο στην Περιφερειακή Ενότητα Σερρών, μιας και για κάθε παιδί που γεννήθηκε το 2024, 3,5 ή και περισσότεροι άνθρωποι έφυγαν από τη ζωή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών Η Ελλάδα μικραίνει και γερνάει
Δραματική είναι η υποχώρηση των γεννήσεων στην Ελλάδα την τελευταία δεκαπενταετία, με τις απώλειες να είναι ιδιαίτερα έντονες σε πολλές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 42% μεταξύ 2009 και 2024, από 117.440 σε μόλις 68.310.
Για αυτό και το σήμα κινδύνου από την συντριπτική πλειονότητα των περιφερειακών ενοτήτων της χώρας, με τη δημογραφική πίεση να επιμένει στην περιφέρεια και ειδικά στη Μακεδονία, που πλήττεται περισσότερο από την ακραία μείωση της γεννητικότητας, τη γήρανση του πληθυσμού και την αύξηση των θανάτων.
Τα στοιχεία που φέρνει στο φως νέα έκθεση του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά στην Κεντρική Μακεδονία καθώς εμφάνισε μείωση των γεννήσεων άνω του 45% από το 2009 έως το 2024.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη, το Κιλκίς, την Ημαθία και την Πιερία, ενώ στη Δυτική Μακεδονία τρεις νομοί (Γρεβενά, Κοζάνη, Καστοριά) αντιμετωπίζουν συνολική μείωση της γεννητικότητα μέσα στην προαναφερθείσα 15ετία άνω του 50%.
Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι στις ΠΕ Σερρών και Γρεβενών, για κάθε παιδί που γεννήθηκε το 2024, 3,5 ή και περισσότεροι άνθρωποι έφυγαν από τη ζωή.
Σε ολόκληρη τη χώρα από περίπου 148.000 γεννήσεις κατά μέσο όρο την περίοδο 1979-1980, σημειώθηκαν μόλις 67.000 το 2024-2025.
Την ίδια στιγμή, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού αυξήθηκε σχεδόν κατά έξι χρόνια, από τα 26,2 στα 32,2 έτη.
Η πτωτική τάση ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και, με εξαίρεση την περίοδο 2003-2009, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Σύμφωνα με την έρευνα, η ακραία δημογραφική αλλαγή είναι μεταξύ άλλων απότοκο και της μείωσης της διαγενεακής γονιμότητας.
Όπως αναφέρεται, οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αριθμός αυτός περιορίστηκε σε λιγότερα από 1,5 παιδιά.
Παράλληλα, ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από περίπου 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 σε μόλις 1.240 το 2024-2025.
Μόνο που η δημογραφική συρρίκνωση δεν αφορά μόνο το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού. Αλλάζει σταδιακά και τη γεωγραφική του κατανομή.
Περιοχές με ήδη γερασμένο πληθυσμό, χαμηλές γεννήσεις και φυγή νεότερων ηλικιών βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν φαύλο κύκλο: λιγότεροι νέοι σημαίνουν λιγότερες οικογένειες, ακόμη λιγότερες γεννήσεις και μεγαλύτερη αναλογία ηλικιωμένων τα επόμενα χρόνια.
Αντίθετα, ορισμένες νησιωτικές και τουριστικές περιοχές εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, καθώς εξακολουθούν να προσελκύουν ή να συγκρατούν πληθυσμό σε νεότερες ηλικίες.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν αντιμετωπίζει μόνο ένα γενικό πρόβλημα υπογεννητικότητας.
Αντιμετωπίζει και μια έντονα άνιση δημογραφική συρρίκνωση, η οποία απειλεί να διευρύνει ακόμη περισσότερο τις διαφορές μεταξύ δυναμικών αστικών και νησιωτικών περιοχών και της γηράσκουσας περιφέρειας.