Γιάννης Αθιανός – Υποστράτηγος ΕΛΑΣ: Το πελατειακό σύστημα έχει όνομα...
Ο Ιωάννης Κωλέττης (1774-1847), γιατρός στο επάγγελμα, καταγόταν από το Συρράκο Ιωαννίνων και υπήρξε πρωθυπουργός της Ελλάδος στα χρόνια του Όθωνα, θεωρείται δε από τις πλέον αμφιλεγόμενες και αντιφατικές προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι γνωριμίες του στα Ιωάννινα, γρήγορα τον έφεραν στην αυλή του Αλή πασά, όπου υπηρέτησε ως προσωπικός γιατρός του Μουχτάρ, γιου του Αλή. Ιδρυτής του Γαλλικού κόμματος και εμπνευστής της «Μεγάλης Ιδέας». Προσηλωμένος στην «Ελέω Θεού» μοναρχία, ταύτιζε τον βασιλιά Όθωνα με αυτήν ταύτην την υπεράσπιση της πατρίδος και την ιδέα του έθνους. Έτσι, απέκτησε την εύνοια της Αντιβασιλείας των Βαυαρών και τον Μάιο του 1834 διορίστηκε πρωθυπουργός της Ελλάδος, μετά από ένα χρόνο, όμως, ήρθε σε ρήξη με τον Βαυαρό Άρμανσπεργκ, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από την κυβέρνηση και να σταλεί ως πρεσβευτής στο Παρίσι. Ύστερα από την επιτυχή κατάληξη της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, επέστρεψε στην Ελλάδα και συμμετείχε στις πρώτες βουλευτικές εκλογές του 1844. Στις 6 Αυγούστου, έχοντας τη στήριξη του Όθωνα, θα σχηματίσει την πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδος (1844-1847), με την συμμετοχή του Ανδρέα Μεταξά, αρχηγού του Ρωσικού κόμματος.
Μετά την αποχώρηση του Μεταξά από την κυβέρνηση, κράτησε για τον εαυτό του 5 από τα 7 υπουργεία της κυβέρνησής του και όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν διόριζε άλλους στη θέση του, απαντούσε: «Αν έχω μια θέση ελεύθερη μπορώ να την τάζω σε όλους, χωρίς να τη δίνω σε κανέναν και τότε τους έχω όλους φίλους. Αν όμως την προσφέρω θα κάνω έναν αχάριστο, αυτόν που θα την πάρει, και είκοσι εχθρούς, εκείνους που τη λιγουρεύονται. Ο πολιτικός ωφελείται όταν μοιράζει υποσχέσεις, αλλά βλάπτεται όταν τις πραγματοποιεί». Ήταν ο πρώτος Έλληνας πολιτικός που διαχειρίστηκε τα κοινά και απέκτησε τεράστια περιουσία, ανερχόμενη την εποχή εκείνη στις 630.000 δραχμές! Ελεγχόμενος κάποτε από την αντιπολίτευση για σπατάλη του δημοσίου χρήματος, ομολόγησε: «Οι Ελληναράδες μου τα φάγανε!». Ο συγγραφέας και ιστορικός Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945), στο βιβλίο του «Ιστορική Ανθολογία», αναφέρει ότι κάποια μέρα η αντιπολίτευση ξεσηκώθηκε και σφυροκοπούσε εναντίον του Κωλέττη. Οι βουλευτές φώναζαν: «δεν σε θέλουμε... να φύγεις». Παροιμιώδης παραμένει η απάντησή του: «Hγαπητοί, σεις δεν με θέλετε, εγώ όμως σας θέλω!». Αναμφισβήτητα, θεωρείται ο πρωτομάστορας και ο «πατέρας» του πελατειακού συστήματος, που τόσο εύκολα καθιερώθηκε στη δημόσια ζωή της χώρας.
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νικόλαος Δραγούμης (1809-1879) στο έργο του «Ιστορικαί αναμνήσεις», περιγράφει μια καθημερινή μέρα του πρωθυπουργού Κωλέττη: «Στην οικία του, που βρισκόταν κοντά στους στύλους του Ολυμπίου Διός, από βαθέως όρθρου συνωστίζονταν φουστανελοφόροι από την εξώπορτα μέχρι τα σκαλιά. Όταν έμπαινες στο γραφείο του, τον έβλεπες να καπνίζει το τσιμπούκι του και να ακούει μετά μεγάλης υπομονής κάποιον ψηφοφόρο του, που του ζητούσε ρουσφέτι: μια θέση, μια σύνταξη, ένα παράσημο ή κάτι παρόμοιο. Ήταν πάντα σοβαρός με τον συνομιλητή και πάντα του έδινε την ίδια απάντηση: "Έχεις δίκιο, αγαπητέ. Εγώ γνωρίζω πολύ καλά τις πατρικές και τις προσωπικές σου υπηρεσίες και τα δικαιώματα της οικογένειάς σου. Μείνε ήσυχος. Θα λάβω υπόψη το αίτημά σου και θα στο ικανοποιήσω". Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές φορές ο αιτών ούτε πατέρα είχε που να υπηρέτησε στον Αγώνα, ούτε οικογένεια που να έχει αποκτήσει δικαιώματα, λόγω συμμετοχής της στον Αγώνα. Τέτοια ήταν η πειθώ του Κωλέττη, ώστε όλοι έφευγαν από το γραφείο του με την πίστη ότι το δίπλωμα ή τα χρήματα ήταν ήδη κατατεθειμένα ή το παράσημο άστραφτε στο λαιμό ή το στήθος τους».
Το όνομα του Κωλέττη κατέστη συνώνυμο με τη διαφθορά, το ρουσφέτι, τη σπατάλη του δημοσίου χρήματος, την απόκτηση μεγάλης περιουσίας από την πολιτική, τη βία και νοθεία στις εκλογές. Υποσχόταν τα πάντα, εξυπηρετήσεις, διορισμούς, μεταθέσεις, προαγωγές και κατάφερνε να ελέγχει σημαντικό αριθμό επάρχων, δημάρχων και δικαστικών υπαλλήλων. Με ενέργειές του εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο η Μαντώ Μαυρογένους, η οποία πέθανε στην Πάρο σε ηλικία 44 ετών, πάμφτωχη και ξεχασμένη, αφού είχε ξοδέψει όλη την περιουσία της για τον Αγώνα. Επεδίωξε τη φυσική εξόντωση του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, σε μια στημένη δίκη και καταδίκη τους σε θάνατο, για εσχάτη προδοσία. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης τον θεωρεί υπεύθυνο για τις δολοφονίες των οπλαρχηγών, Ανδρούτσου, Παλάσκα και Νούτσου. Κατά τον συγγραφέα Χρήστο Στασινόπουλο: «Στάθηκε ο πατέρας της νεοελληνικής φαυλοκρατίας και του νεοελληνικού πολιτικού τυχοδιωκτισμού. Η ζημιά που έκανε στην Πατρίδα, και κατά την Επανάσταση και κατοπινά, είναι ανυπολόγιστη».
Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 1847, κυριάρχησε πάλι η βία και η νοθεία. Ο Κωλέττης αναδείχθηκε για δεύτερη φορά νικητής των εκλογών, δεν χάρηκε όμως την νίκη του, γιατί στις 31 Αυγούστου 1847 πέθανε από μακροχρόνια ασθένεια των νεφρών. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1847 η εφημερίδα «Ελπίς» έγραφε για τον θάνατο του Κωλέττη: «Αν ως άνθρωποι ελυπήθημεν τον θάνατον του ανθρώπου, ως πολίται της Ελλάδος εχάρημεν, ως θέλει χαρή όλο το Κοινόν της Ελλάδος, διότι κατήχθη εις τον τάφον εκείνος, που τα μέγιστα αδικούσε την Ελλάδα». Η εφημερίδα «Αιών» στις 6 του ίδιου μήνα σημείωνε: «Άλλον δεν εγνώρισεν η Ελλάς Κωλέττην ειμή εκείνον, όστις είχεν κακίαν και ελαττώματα. Όστις φιλάργυρος ων ιδιώτης εσπατάλει τα δημόσια». Ωστόσο, ο καθηγητής ιστορίας Δημήτριος Βερναρδάκης (1833-1907), στο έργο του «Καποδίστριας και Όθων» θα σημειώσει για τον Κωλέττη: «Εάν αι πράξεις του πρωθυπουργού τούτου, όσαι εξιστορούνται, είναι αληθιναί, όπως δεν αμφιβάλλω, ο ανήρ αυτός ήτο άξιος αγχόνης».