C
Σέρρες
Σάββατο 10 Ιανουαρίου, 2026 10.01.2026

Το πώς η φθορά τη ζωή νικάται …- Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης

"Σημειωθήτω εφ´ ημάς το φώς του προσώπου σου, Κύριε ! Γένοιτο ! Την ευχή του !"
eVima Serres Team
Το πώς η φθορά τη ζωή νικάται …- Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης

Προσφυγάκι ήταν .
Από της Πόλης τα μέρη ,
καρσί από την Βασιλεύουσα,
στην Ασιατική πλευρά του θάλασσας του Μαρμαρά,
κι απέναντι από το πατρικό χωριό του
τον Παντείχιον,
ωσάν γελαζούμενες πάπιες, πρασινοκέφαλες
τα Πριγκηπονήσια,
το ένα πιό έμορφο απ’ τ’ άλλο,
κολυμπούν κι ωραίζουν τον τόπο μύριους
όσους χρόνους,


με τους πευκώνες και τα κυπαρίσσια τους,
τις μυριστικές δάφνες και τις μαβί πασχαλιές,
τα μοναστήρια και τις εκκλησιές,
τα αρχοντόσπιτα , ένα καιρό ρωμαίικα ούλα,
ξωκλήσια κι αρσανάδες,
ψαρόβαρκες , ψαροκάικα κι εμπορικά,
ωσάν γωνιά μιά του Παραδείσου,
της ωραιότητας θέαμα,
δεξιά η Ευρώπη κι αριστερά η Ασία,
τούτος ο ευλογημένος,
προσφυγάκι μεγάλωνε στης Έγριπος την γειτονιά,
κι εδώ ρεύματα , όπως και στον Βόσπορο,
κι εδώ ψαρόβαρκες και δίχτυα όπως
στη θάλασσα του Μαρμαρά ,


στο κλίμα και στην ευωδιά της προσφυγιάς
της Μικρασιάτικης αναστήθηκε,
με οσμήν ευωδίας πνευματικής γαλουχημένος,
στης εκκλησιαστικής σχολής τα νάματα
ξεδίψασε με ύδωρ αγαλλιάσεως,
στ’ Αγιονόρος τα βήματά του έφερε
η Έφορος του Άθωνος η Κερά Παναγιά,
τον φιλόσοφον βίον ηρετίσατο,
νιούτσικος ήταν ακόμη ,
τον είχα ρωτήσει , τότες,
που πρωτοξεκίνησε τούτην την πορεία
της αφιερώσεως, πόση άραγε δύναμη
πρέπει να έχει κάποιος για να επιλέξει
την οδόν αυτήν, την οδόν του
και δεύρο ακολούθει μοι ,
χωρίς να σκεφτεί ουδέ στιγμή απάντησε,
αλλοίμονον σ’ όποιον νομίζει πως με την δική του
δύναμη το μονοπάτι αυτό μπορεί ν’ ανηφορίσει,
της Παναγίας η ευχή , μόνον,
σ’ αυτήν ελπίζουμε, εις Σε μόνην ελπίζω,
καλογέρι στα εικοσιπέντε του, διάκος στα γρήγορα
κι ιερομόναχος στη συνέχεια,


Αναστάσιος Κουτλουμουσιανός, βιβλιοθηκάριος της Μονής , μα και μάγκιπας και μάγειρας,
στων Καρυών και του Κουτλουμουσίου τα υψώματα,
καστανιές και φουντουκιές, αρκουδόβατοι και πρίνοι,
κότσυφοι μελανοχίτωνες στις ρεματιές,
της ωραιότητας , αλλιώς, ένας τόπος,
σμιλευμένος με την ιστορία και την θεολογία,
την αγιότητα και τα ανθρώπινα, οι τέχνες του πολιτισμού, αρχιτεκτονική και μηχανική, ζωγραφική κι αγιογραφία, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά, χρυσοκεντήματα και ασημικά, μπρούντζινα και ξυλόγλυπτα, χειρόγραφα και μικρογραφίες, βιβλιοδέτες και καλλιτεχνικές βιβλιοδεσίες,
μουσική και αγρυπνίες, ψαλτάδες και παπαδικές,
μιάς αέναης διαδρομής τεκμήρια Ωραιότητας,
παρέα με τον Τσιμισκή και τον Νικηφόρο Φωκά,
τον Αθανάσιο της Λαύρας και τον Γρηγόριο Παλαμά,
τον Καντακουζηνό Ιωάννη και τον Φιλόθεο Κόκκινο,


ο Ιωάννης Ούγγλεσης κι ο μοναχός Ησαίας,
της ιστορίας συνομιλητές, της διαχρονίας
της Ρωμιοσύνης, συνοδοιπόροι με τον τουρβά,
στον ώμο που υφαίναν οι Τρυγονάδες ,
να κι ο Νικόδημος ο Αγιονορείτης, Νάξιος,
κι ο Εμμανουήλ Παππάς , Σερραίος καπετάνιος,
ώ ! θεία παρεμβολή παρατάξεως Κυρίου,
άλλο σχολείο κι άλλη σχολή , κρυφή για τους οφθαλμούς έχοντες και μη ορώντες, ολοφάνερη , ηλίου φαεινότερη σ’ όσους τέκνα φωτός επιθύμησαν να γενούν, από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός,
το κομποσκοίνι στο χέρι ή τον χρωστήρα της αγιογραφίας ή την σκαλίδα στον κήπο
του αρχαίου κελλιού του Τιμίου Προδρόμου ,
το του Διονυσίου του εκ Φουρνά της Ευρυτανίας,
διδασκάλου της ζωγραφικής και συγγραφέως του περιφήμου συγγράμματος «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης», θησαυρού ανεκλάλητου ,
ο παπά Αναστάσης, φίλος του Πάτερ Γιώργη,
που κανείς ποτέ δεν γνώρισε που μένει,
στίχους μαστόρευε κι ιστορίες έσιαζε,


«Του γνώναι εν τη γή την οδόν Σου» ,
κι ο Γέροντας Παίσιος αναφορά του ,
στην Παναγούδα, κάτω στη ρεματιά,
κυπαρισσότοπος , μυρτιές και κουμαριές,
αντικρύς από την Κουτλουμουσιανή Σκήτη,
επιδίωξε, συγγράφων και αγιογραφών,
το αρχαίον ερείπιον αναστηλώνων και συντηρών,
με στίχους ποίησης την διαδρομή του
στον λαβύρινθο των ενθάδε σημαδεύοντας,
όπως άλλοτε ο Θησέας με τον μίτο της Αριάδνης,
«Σκιάς σκίασμα τυφλώττουσιν οι μη ορώντες»,
με στίχους σημαδεύει την ανάβαση,
ει έχεις καρδίαν δύνασαι σωθήναι ,
του άρεσε αυτό το πατερικό,
επαναλάμβανε και
το πώς η φθορά τη ζωή νικάται,
τούτο κι εάν,


με τον χρωστήρα του τον μοναδικό,
την ομορφία του τόπου αποτυπώνει ,
λιτανείες και λειτουργίες,
λουλούδια και έργα χειρών ανθρώπων,
εκκλησιές και μονές, ξωκλήσια και πύργους,
βάρκες και ψαροκάικα,
τα αγριολούλουδα όλα της Αθωνικής χερσονήσου,
μεράδι και γαρ της Θεοτόκου υπάρχει,
αμή και την Βασιλεύουσα,
τις εκκλησιές της εν Αιχμαλωσία Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ,
τις εν ταπεινώσει καταφυγές της πονεμένης Ρωμιοσύνης,
το πινέλο του μοναδικά ζωγράφισε ,
εις παρακαταθήκην αιώνιον,
αγιογραφούσε κι έγραφε ποιήματα
όταν στον λόφο της Χάλκης των Πριγκηπονήσων,
υπηρετώντας στην προσωρινώς κλειστή
Πατριαρχική Σχολή της Χάλκης ,
συντηρούσε αναμμένο το φώς από το καντήλια
της Αγιά Τριάδος !


Κι ήταν η παρουσία του στο Γομάτι του Χολομώντα,
αρχαίο πόλισμα το Γομάτι , οι παλιές γραφές μνημονεύουν πως εδώ ήταν και συνερχόταν
η Καθέδρα των Γερόντων
κι ήταν η παρουσία του στο Γομάτι ,
χρόνους σχεδόν τριάκοντα , διακονία υπέρ του Λαού,
έγνοια ποιμαντική , χωρίς λόγια,
μέριμνα για την εκκλησιά και τα ξωκλήσια,
αγάπη για την ευπρέπεια του οίκου Του,
καταγραφή εθίμων και λαογραφίας,
ζωντανή μετοχή στην διαχρονία των εθίμων
και ξεδίψασμα στα γάργαρα νερά της παράδοσης,
ο παπάς του χωριού κι η ψυχή του ,
το σημείον αναφοράς για τα παιδιά , τα νιάτα,
ο ζωντανός σύνδεσμος με τ’ Άγιον Όρος,
η ακοίμητη συνέχεια της μουσικής παράδοσης,
η παρουσία στην εκκλησιά και στο χωράφι,
η αγιαστική παρουσία του στον ελαιώνα
και στη θάλασσα,
ο παπά Αναστάσης, που προσκλήθηκε
για εκθέσεις ζωγραφικής - αγιογραφίας
στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, στη Μόσχα, στο Βελιγράδι και στην Κωνσταντινούπολη,
πρίν τρείς χρόνους , τέτοιες μέρες ,
άνοιξε τα πανιά της ωραίας του ψυχής
κι ως ουρανοπολίτης πέταξε εις τα άνω !


Την μέρα των Χριστουγέννων, λειτουργήθηκε,
μίλησε με τους ενορίτες του ,
έναν - έναν τους μίλησε,
ως εάν δεν συνέβαινε τίποτε,
έναν - έναν τους ευλόγησε ως ο πνευματικός
της κοινότητας ,
με το ατέλειωτο χιούμορ του ,
τους πείραζε, έναν - έναν,
ενώ υπέφερε από τους πόνους του τελικού σταδίου του καρκίνου στο ήπαρ
και την άλλη μέρα , την δεύτερη των Χριστουγέννων,
κατά την οποία την Σύναξη της Παναγιάς γιορτάζουμε ,
έγειρε το κεφάλι του , στο ημίφως του δωματίου
όπου μόνον το φώς από το τζάκι φώτιζε,
στο στόμα του αδιάλειπτη ήταν η ευχή
του ονόματος του Χριστού,
έγειρε το κεφάλι του,
κι ήταν μιά στιγμή , τόση μόνον,
που φώτισε το κεφάλι του ,
άνοιξε τα μάτια του,
έφεξε το δωμάτιο όλο,
ο τόπος έφεξε,
τι Φώς,
τόσον ,
αείφωτον,
τόσον μόνον,
μιά στιγμή ,
μιά ανάσα,
μιά πνοή ,
κι ύστερα,
πάλιν
το ημίφως από το τζάκι,
ο παπά Αναστάσης
ώχετο ,
έσπευδε ,
εις υπάντησιν,
ως καρδίαν έχων,
αφού η φθορά νικάται,
Χριστού Ζωοδότου ,
το προσφυγάκι
επέστρεψε
εν Χώρα Ζώντων !
Σημειωθήτω εφ´ ημάς το φώς
του προσώπου σου, Κύριε !
Γένοιτο !
Την ευχή του !

Loader
} }); } });